Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΜέρες Οργής

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" (Τετάρτη 15 Μαϊου 2002)

 του Γιώργου Β. Κεφάλα

Εκείνες τις μέρες το πολύπαθο νησί μας, υποταγμένο στην κοινή μοίρα της χώρας, σήκωνε κι' αυτό το βαρύ φορτίο της άνομης κατοχής. Στέναζε κάτω απ' τις διαταγές των ανθρώπων με τα κερένια πρόσωπα και τ' αχυρένια μαλλιά. Όλοι ετούτοι παιδιά της νέας τάξης προγμάτων, που ο παράφρων εντολέας τους θέλησε να επιβάλλει στις γειτονιές του κόσμου.

Ήταν στο τέλος του Μαγιού. Η άνοιξη είχε κυριεύσει και πάλι χωρίς μάχη τις πλαγιές της Αμανής. Λωρίδες άλικες οι παπαρούνες, μάτωναν θαρρείς, το βαθυπράσινο πέλαγος των σπαρμένων χωραφιών. Κι οι σπάρτοι με τα ολοκίτρινα λουλούδια τους, απλόχερα μα διακριτικά σκορπούσαν μιαν υπερκόσμια ευωδιά.

Τέλεια αντίθεση, ωστόσο, στην ασύγκριτη αρμονία της κτίσης, η συστυχία που φώλιαζε στις ανθρώπινες ψυχές ακόμα και στ' απόμακρα χωριά μας. Τούτο γιατί οι ορδές των νεοβαρβάρων του Ράϊχ αν και τα χώματά μας δεν είχαν πατήσει, φρόντισαν με τις επιτάξεις των αγαθών, να φέρουν την απόγνωση στους δύστυχους κατοίκους.

Ο κόσμος ξημερώνει. Και φως ξεχύθηκεν ακόμα μια φορά καταυγάζοντας άδικους και βασανισμένους. Μαζί με το ξημέρωμα, μία χούφτα αμέστωτα παιδόπουλα, φορώντας ημίκοντα πανταλονάκια, που άφηναν να ξεχωρίζουν τα φτενά ποδαράκια τους, με πρόσωπα ταλαιπωρημένα απ' τη στέρηση μα με μιά λάμψη στα μάτια, σμίγουν πάλι στην μικρή πλατεία του χωριού, τη Λότζα. Ανάμεσά τους ο Σπύρος, ο Γιώργης, ο Λευτέρης και οι άλλοι. Μοναχική τους έννοια και τούτη τη μέρα η πείνα, που δέρνει αλύπητα τα σωθικά τους εδώ και μήνες.

Με το πρώτο φως της ανατολής, κινούσε η παρέα των πεινασμένων παιδιών κατά τους φούρνους του χωριού. Σε τούτο τον τόπο γνώριμοι ήταν όλοι μεταξύ τους. Κι οι πιότεροι με δεσμούς αίματος. Υπολόγιζαν λοιπόν οι πιτσιρικάδες, πως θες από συμπόνοια, θες απο ντροπή, αυτοί που είχαν έστω κι ελάχιστο αλεύρι, κάτι θα τους φίλευαν.

Την ίδια ώρα πέρα αλαργινά προς τα Νενητούσικα δυό αδέλφια, ο Γιώργης κι ο Γιάννης που είχαν βγεί απ' το χωριό με το πρώτο φως τ' αυγερινού, πάσχιζαν για την καθημερινή τους τροφή. Μ' αυτή δεν ήταν άλλη απ' τ' αγριόχορτα, που και τούτα είχαν απομείνει λιγοστά καθώς έμελλε να γίνουν η μόνιμη τροφή γι' ανθρώπους και ζωντανά. Με κόπο προχωρούσαν οι δύο νέοι στη σιγαλιά του πρωϊνού, έχοντας συντροφιά τ' αδειανά στομάχια τους. Ο μικρός ήταν στα δώδεκα με δεκατέσσερα. Ο άλλος, ο μεγάλος, γύρω στα τριάντα. Τούτος, ο Γιώργης δηλαδή, εβάδιζε σκυφτός, μόνιμα κουβαλώντας στον ώμο του μια τεράστια καμπούρα, που η βιοπάλη τούχε κληρονομήσει μιας και ήτανε το πρωτότοκο παιδί της μεγάλης φαμέλιας του γέρο - Σαραντή. Ο άλλος, ο μικρότερος, φορούσε ένα ημίκοντο παντελόνι με τεράστια μπαλώματα, ολούθε, σηκώνοντας έναν τουρβά στο δεξιό του ώμο.

Κι εκεί που περπατούσανε, σε κάποια απ' τις στροφές του φιδίσιου μονοπατιού, ένας απρόσμενος παράδεισος ξεπρόβαλε μπροστά τους. Ένας αγρός γεμάτος φρέσκα λαχταριστά κουκιά. Οι νέοι διασταύρωσαν τις ματιές τους με σημασία. Την ίδια ώρα ο πεντακάθαρος και μυρωμένος απ' τα αγριολούλουδα αγέρας, την πείνα τους έκανε ακόμα πιο ανυπόφορη. Πήραν την απόφαση. Μπήκαν προσεκτικά στο χωράφι. Κι' εκεί μάζεψαν λίγα, ελάχιστα κουκιά, ίσα για το φαγητό της μέρας. Ύστερα, τάβαλε ο μικρός στον τουρβά του με προσοχή κι' αμέσως κίνησαν το δρόμο του γυρισμού γεμάτοι ελπίδα. Σίγουρα τούτη η μέρα φάνταζε διαφορετική στο ζόφο της κατοχής.

Τ' αδέρφια θάρρεψαν πως μάρτυρας της πράξης τους ήταν μονάχα ο Θεός. Μάταια όμως. Το άγρυπνο μάτι του αγροφύλακα ή κάποιου άλλου, παρέμεινε άγνωστος, κατέγραψε το περιστατικό.

Πολύ πρίν το μεσημέρι φτάσανε στο σπιτικό τους. Ήταν πράγματι μια ξεχωριστή μέρα. Τους πλημμύρισε ανείπωτη χαρά.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios