Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΜέρες Οργής

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" (Τετάρτη 15 Μαϊου 2002)

 του Γιώργου Β. Κεφάλα

Θα' τρωγαν επιτέλους κάτι απ' άλλους καιρούς. Απόθεσαν τ' αγριόχορτα και τα κουκιά για καθάρισμα κι' άρχισαν τις ετοιμασίες.

Σε λίγο το μαυρισμένο τσουκάλι έκαιγε στην πυροστιά. Ο μικρότερος τ' ανακάτευε με λαχτάρα. Ξάφνου, βαριά βήματα αντήχησαν στο ξατάκι τους. Κι' ευθύς απανωτά χτυπήματα στη μανταλωμένη ξύλινη εξώθυρα. Ο μεγάλος κίνησε ν' ανοίξει με δισταγμό. Το πορτόφυλλο έτριξε ανοίγοντας κι ο αγροφύλακας παρουσιάστηκε στο κατώφλι.

Ο ανεπιθύμητος επισκέπτης, μπήκε σέρνοντας την εξουσία του κι έφτασε στην πυροστιά χωρίς να τους ρωτήσει. Ο μικρός τον κοίταζε με ταραχή. Ο δραγάτης δεν έχασε καιρό. Άρχισε την ανάκριση.

"- Σαν τι καλά μαγειρεύετε;" τους ρώτησε μ' ειρωνεία. Μα ο Γιώργης καχύποπτα τ' αποκρίθηκε, "- και τι σε κόφτει εσένα; Μπας και θες να σε καταλέσομε;" Κι' ευθύς όρμησε να προστατέψει το τσουκάλι με το πολύτιμο περιεχόμενο. Τότες ο αγροφύλακας, χωρίς χρονοτριβή, τους πέταξε κατάμουτρα... την ανομία τους. Κι' ακόμα πως το τσουκάλι με το περιεχόμενο κατάσχεται σαν πειστήριο... του εγκλήματος. Τ' αδέλφια έννοιωσαν ένα μούδιασμα στα μέλη και στην ψυχή τους. Η δοκιμασία τους όμως δεν τέλειωνε εδώ. Κοφτά κι' απότομα ο αγροφύλακας τους είπε, πως οι αρχές του χωριού έχουν πάρει το μαντάτο, και διέταξε τους νέους, να τον ακολουθήσουν. Τ' αδέλφια έσυραν με κόπο τα βήματά τους μέχρι το ανήλιαγο κατώγι όπου τους έριξε, στο ίδιο ακριβώς μέρος που μάντρωναν τα αδέσποτα ζωντανά.

Ήταν πριν το λιόγερμα. Κόσμος άρχισε να μαζεύεται στη μικρή πλατεία του χωριού, που την καλούσαν Λότζα. Κι αυτό γιατί στο μεταξύ, από ρούγα σε ρούγα κι από σπίτι σε σπίτι το μαντάτο πυρπόλησε την ανθρώπινη περιέργεια κι ας βίωναν όλοι τους την ίδια δυστυχία. Μπουρλότο έπεσε στη μικρή κλειστή κοινωνία.

"Έπιασαν τους κλέφτες!!", "Έπιασαν τους κλέφτες!!", έλεγαν οι γριές σταυροκοπούμενες με άγνοια και περίσσια υποκρισία, σφίγγοντας τίς άκρες απ' τα κατάμαυρα τσεμπέρια τους ως κάτω απ' το λαιμό.

Κι ώρα του λαικού δικαστηρίου πλησίαζε ολοένα. Οι αρχές είχαν πάρει τίς θέσεις τους στο ξάτο του γέρο-Τακτικού που φάνταζε θαρρείς με ταπεινό πραιτώριο. Κι ήταν εκεί ανάμεσα στους άλλους, ο πρόεδρος, δύο τρεις απ' το συμβούλιο κι ένας απ' τους χωροφυλάκους που κάπνιζε βαρύθυμα. Το πλήθος κάθονταν τριγύρω, άλλοι στις πετρόσκαλες κι άλλοι ακουμπισμένοι στους τοίχους των χαμόσπιτων που κύκλωναν την πλατεία. Οι άνθρωποι μιλούσαν ζωηρά χειρονομώντας ακατάπαυστα.

Κι εκεί στην άψη της οχλοβοής, βαριά ακούστηκεν η φωνή του γερο-Μήτρο του ντελάλη. Ο κόσμος σώπασε. Ο γερο-ντελάλης, με την μικρασιάτικη προφορά του, τους ζήτησε να κάμουν ησυχία. Και συνεχίζοντας τους είπε: "Ο κυρ-πρόεδρος είπεν θα σας μιλήσει για την κλεψιά και θ' αποφασίσει το γεροντοσυμβούλιο για τα καθέκαστα". Και τα λόγια του πρίν αποσώσει, βοή σηκώθηκε από τη μάζωξη των ανθρώπων. Τούτο γιατί απ' τη μεριά που 'ταν το σπίτι του Τσούβαλου, είδανε τους υπόδικους να ΄ρχονται κουστωδία. Στητός μπροστά ο αγροφύλακας. Ξοπίσω ο Γιώργης, σκυφτός θαρρείς από το βάρος της καμπούρας μα και τ' άδικου ξεπεσμού. Δίπλα του κι ο μικρότερος κλαίγοντας, αδύναμος να ορμηνέψει τ' άδικο που τους βάραινε. Τέλος, πάτησαν στη μέση της μικρής πλατείας. Κι εκεί τους στήσανε ορθούς με τα βλέμματα των συγχωριανών τους να τους τοξεύουν άσπλαχνα.

Μεμιάς σηκώθηκεν ο πρόεδρος. Βαριά κι αργόσυρτα ζήτησε απ' το δραγάτη να 'στορήσει το περιστατικό. Και σαν εκείνος τέλεψε, ήρθεν η ώρα του προέδρου. Αργά κι επίσημα ξεδίπλωσε ένα χαρτί. Κι εκεί ανάμεσα στ' άλλα ανέκφραστα τους είπε: "... για την αποφυγή κλοπών απο κήπους, μποστάνια, απλώστρες σύκων ή σταφυλιών κι ακόμα παντός  είδους  καλλιεργημένων  χωραφιών,  οι

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios