Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΜέρες Οργής

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" (Τετάρτη 15 Μαϊου 2002)

 του Γιώργου Β. Κεφάλα

κάτοικοι πρέπει να επιστρέφουν στους οικισμούς πριν την δύσιν του ηλίου, ν' αναχωρούν δε μετά την ανατολήν. Οι παραβάτες θα δικάζονται από λαϊκό δικαστήριο και θα πληρώνουν πρόστιμο σε είδος αν δεν κατέχουν χρήματα".

Κι εκεί, ξετέλεψεν ο πρόεδρος το διάβασμα του χαρτιού, που οι κατοχικές αρχές μηνούσαν τις θελήσεις τους, και είχε για σημάδι του μια βούλα με τη σβάστικα. Ύστερα πήρε ανάσα και στράφηκε στη σύναξη. Τ' ανθρώπινο μπουλούκι κοίταζε βουβό. Τούτο δε είχε ματαγίνει. Κάποιοι προσπάθησαν για να φορτώσουν στα δύστυχα αδέρφια και άλλα ανομήματα, μα ο πρόεδρος αγρίεψε. Ήταν κι αυτός σε θέση δυσχερή, ποιά θα 'πρεπε η κρίση τους να είναι.

Πάνω ακριβώς από τη Λότζα ήταν το σπίτι του γέρο-Γιάνναρου. Απομεσήμερο βαθύ, σαν άρχισε το διάβασμα της λειτουργιάς για κείνη την ημέρα. Είχεν αργέψει σήμερα. Κι αυτό γιατί οι πεινασμένοι χωραϊτες με τους μπόγους απο ρούχα παραμάσχαλα και τα βαρύτιμα χρυσαφικά στις τσέπες, που 'χαν περάσει απο το σπίτι του, ευθύς μετά το χάραμα, ήσαν απ' όλες τις φορές πιότεροι. Είχεν πια βγάλει όνομα πως ήταν ελεήμων και τρέχανε οι δύστυχοι σ' αυτόν. Ο γέρος όμως θύμωνε σαν προσπαθούσαν να ξαγοράσουν λιγάκι αλεστό και σπάνια καμιά ξερογωνιά από κριθαρόψωμο, μιάς κι εκείνος νήστευε και τούτο.

Ο γέροντας είχε μισάνοιχτο το φύλλο της εξώθυρας και στέκονταν ορθός καταμπροστά στο εικονοστάσι. Συνήθεια του ΄χε μείνει από παλιά τα "γράμματα για να διαβάζει". Κάποιοι έλεγαν πως του 'μεινε από τότε, που η φρόνηση του υπαγόρευσε να μη γενεί παπάς καθώς είχε διαβάσει πως "όσα είν' τα κρόσσια του πετραχηλιού, τόσες ψυχές θε νάναι κρεμασμένες πάνω του".

Προσεύχονταν, λοιπόν, ο γέροντας για τον κόσμο οπού'χεν αποκάμει από την πείνα και τον πόλεμο. Ακόμα για το γιό του τον Κωστή, που κείτονταν στο στρώμα, χτυπημένος από βαριάν αρρώστια.  Κι ύστερα  για τον άλλο του το γιό, οπού'φυγε  κρυφά

μια μέρα του Σετέβρη για τη Μέση Ανατολή, να πάει λέει στον πόλεμο, κι ακόμα, μαντάτο του δεν είχε. Εκεί στο μισοσκόταδο, άκουσεν ο γέρος τη βοή απ' τ' ανθρωπολόϊ. Ξάφνου ένιωσε παράξενα και κίνησε κατά την πόρτα. Τότες έμαθε τα καθέκαστα. Κι ευθύς, στο γέρικο κορμί του κουφόβρασε ο θυμός, για τ' άδικο που θέλαν να φορτώσουνε στα δύο παιδιά. Έκαμε τότες να διαβεί για το κατώφλι της εξώθυρας, μα ο λογισμός του σαν κεραυνός τον επανέφερε, πως θα κριματιστεί αφήνοντας στη μέση το διάβασμα της λειτουργιάς. Με δάκρυα αγανάχτησης μισόκλεισε το πορτόφυλλο κι έπιασε απ' το τραπεζάκι κάτω απ' τα κονίσματα το κόκκινο παλιό τετραβγάγγελο με το τριμμένο ξώφυλλο. Κι ανοίγοντας το, το θολό του βλέμμα έπεσε πάνω στα "Ουαί" του Ναζωραίου. Τότες με πίκρα ψέλισε: "Ουαί υμίν, γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί... οι διυλίζοντες τον κώνωπα, τη δε κάμηλον καταπίνοντες!" Ύστερα κοίταξε με πόνο το κόνισμα του Σταυρωμένου, απ' τους ανθρώπους, Θεού και μονολόγησε πικραμένα: "Σταυρό Εκείνος, σταυρό κι εμείς, το θέμα είναι το βάρος του φορτίου". Και κάνοντας τούτες τις σκέψεις, σάμπως γαλήνεψεν ο νους του.

Στο μεταξύ, στη Λότζα το προχειροστημένο δικαστήριο εκόντευε στο τέλος. Οι προύχοντες, ο δραγάτης κι όσοι τ' άδικο θελήσαν να φορτώσουνε στα δύο παιδιά, απόσωσαν τα λόγια τους. Κι όλο αυτό το διάστημα τ' αδέρφια υπέμειναν καρτερικά τον εξευτελισμό, δίχως λαλιά. Κι ήρθεν η ώρα για ν' ακουστεί η κρίση των πρωτόγερων, που'ταν σκληρή και σύντομη. "Δώθε και στο εξής, σαν οι κατηγορούμενοι γυρίζουν απ' το μεροδούλι στο χωριό, δικαίωμα θε να'χει ο δραγάτης να ψάχνει τα καώματά τους θέλοντας και μή".

Κι ήταν η ώρα περασμένη πια. Ο λαμπρός μαγιάτικος ήλιος είχεν προώρας βουτήξει πέρα μακριά, πίσω απ΄τον ψαριανό βράχο, θαρρείς για να ξεπλυθεί απ' τη ντροπή, μιάς κι είχε φωτίσει ακόμα μια φορά τα πάθη των ανθρώπων.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios