Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΜέρες Οργής

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" (Τετάρτη 15 Μαϊου 2002)

 του Γιώργου Β. Κεφάλα

Μά ξάφνου, σα να γλυκάναν οι καρδιές. Τούτο γιατί, ο αχός της καμπάνας τ' ’η Γιαννιού έσχισεν τον αγέρα. Σημάδι αόρατο, πως έπρεπε η σύναξη να διαλυθεί. Ώρα λοιπόν ν' αφήκουν τ' αδέρφια λεύτερα. Με τα κεφάλια τους σκυφτά και τη ματιά θολή, πήραν ν' ανεβαίνουν το λιθόστρωτο, ίσια κατά το σπιτικό τους. Κι οι άλλοι πίσω τους, απ' τη μικρή πλατεία, απλά τους κοίταζαν. Κάποιοι θαρρείς καγχάζοντας, χορτάτοι απ' την ανθρώπινη δικαιοσύνη, κι' άλλοι που'ταν οι πιότεροι, με πόνο στην καρδιά. Σαν έφτασαν στο σπίτι, σφάλισαν την πόρτα. Βρήκαν εκεί τη μάνα τους, τη γριά Σαραντίδενα, να θυμιάζει αντίκρυ στα κονίσματα με δακρυσμένα μάτια. Παραπονιόταν η γερόντισσα για τ' άδικο που χτύπησε τη φαμέλια της, στον άρχοντα του τόπου τον ’η Γιάννη. Γνώριζε κείνη για το περιστατικό, μιας και της το'χανε προφτάσει, μ' απέφυγε να παρακολουθήσει το λαϊκό δικαστήριο, γιατί μπορεί και να μην άντεχε, τα μάτια που θα τόξευαν επιτιμητικά τα πεινασμένα της παιδιά.

Σα ενετάρισε με το θυμιάτισμα, ρίχτηκε ο μικρός στην αγκαλιά της. Κι η γριά δίχως μιλιά του χάϊδευε το κεφάλι με τα ροζιασμένα απ' τη δουλειά χέρια της.

Ο άλλος, ο Γιώργης, που τον λέγανε καμπούρη, άναψε ένα τσιγάρο κι' αποκαμωμένος έγειρε στο παλιό σεντούκι. Κι εκεί τραβώντας ρουφηξιές αναμετρούσε θαρρείς με πίκρα τη δύστυχη ζωή του. Κι' αυτό γιατί όνομα τούδοκαν μα η μοίρα θέλησε να του το πάρει πίσω. Όλοι ξοπίσω του, καμπούρη τον καλούσανε. Σα να μην ήταν τούτο αρκετό, ήρθε μετά η στέρηση. Και τώρα, γιατί ένας τέτοιος εξευτελισμός; Τί κρίμα για να ζείσ' έναν κόσμο γεμάτο ερημιά; Κι έτσι απαρηγόρητος, το πρόσωπο του έχωσε στις χούφτες, κι άφησε ελεύθερα τα δάκρυα ν' αναβλύσουν από τα βάθη της καρδιάς του.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios