Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΙστορίες Σούμας

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" (Παρασκευή 15 Οκτωβρίου 2004)

 του Δημήτρη Τσιαδή

Οχτώβρης λοιπόν, και ξεκινάνε σιγά-σιγά οι προετοιμασίες για την παραγωγή σούμας. Μαζί με τον Αριούσιο οίνο η σούμα ή το ρακί, όπως αναφέρεται στα παλιά έγγραφα και διαθήκες των χωριών μας, αποτελούσαν τα μοναδικά οινοπνευματώδη της εποχής.

Τέτοιες μέρες, πλέον, είχε γίνει η διαλογή των σύκων. Τα βρώσιμα έχουν φουρνιστεί και είχαν μπει μέσα στους συκόπυθους, ανακατεμένα με βασιλικό και δάφνη και είχαν πηλωθεί. Τα ρακόσυκα περίμεναν τη σειρά τους. Και τώρα πια βγαίνουν από τις παγκάρες και γίνεται πάλι μια ψιλοδιαλογή. Αυτή η δεύτερη διαλογή γινόταν γιατί ήξεραν οι σοφοί, λόγω πείρας, προγονοί μας, ότι όλα τα σύκα δε βγάζουν ρακί κι έτσι αυτά τα στεγνά τα κρατούσαν μόνο για τα ζώα. Όσα ήταν για σούμα τα μετέφερναν στους μόνιμους τααρότοπους όσοι είχαν νόμιμες άδειες απόσταξης. Όσοι δεν είχαν τέτοιες άδειες τα πήγαιναν μακριά από το χωριό, στις λαγκαδιές που υπήρχε τρεχάμενο νερό. Εκεί θα έστηναν το παράνομο εργαστήρι τους.

Τέτοιες μέρες, επίσης, καθάριζαν τις σφύες που είχαν μέσα τα παλιά κρασιά και τις άφηναν καθαρές και έτοιμες για να δεχθούν τον καινούργιο Αριούσιο.

Τις ούλες (κατακάθια του κρασιού), τα ξινόκρασα (λάτζιρες) καθώς και τα απόρακα (αποπίμματα και κατακάθια σούμας) καθώς και τα τσάμπουρα από τα πατημένα σταφύλια, όλα αυτά ρίχνονταν μαζί με τα σύκα μέσα στις σφύες ή στα βαρέλια, καλύπτονταν με νερό και μετά σκεπάζονταν από πάνω με κάποιο καπάκι, συνήθως από πέτικα (φλοιός πεύκου) χαραγμένο στο μέγεθος του στομίου της σφύας.

Μετά το σκέπασμα γινόταν κάποια διεργασία στεγανοποίησης, για να μη γίνεται οξυγόνωση και έτσι να επιτευχθεί καλύτερη ζύμωση. Όλα μαζί τα υλικά που έριχναν μέσα στις σφύες λέγονταν βρέμματα. Σκεπάζονταν, λοιπόν, με τα καπάκια και μετά ή τυλίγονταν τα στόμια με τσουβάλια και πανιά ή χρείζονταν με

μέλαγκα (πηλό). Έτσι παρέμεναν για δεκαπέντε-είκοσι μέρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες.

Μέχρι να γίνει η ζύμωση στα βρέμματα τακτοποιούσαν σιγά-σιγά τα χαρτιά για τις άδειες απόσταξης, όσοι βέβαια δε διέθεταν τέτοιες άδειες. Όσοι δεν είχαν, τα βράδια μετέφεραν στις ρεματιές που θα ξεράκιζαν τα σύνεργα τους. Αυτά ήταν το καζάνι, το καπάκι, το βαρέλι με το λουλά ή μπουρνιά και οι μπουσέδες.

Σχεδόν κάθε οικογένεια στο χωριό, μέχρι την εποχή του Μεταξά είχε το δικό της νόμιμο "καζάνι". Λέγοντας καζάνι εννοούσαν όλα αυτά τα συμπράγκαλα που ανέφερα. Με διαταγή, όμως, του Μεταξά αφαιρέθηκαν όλες οι άδειες και τα "καζάνια" καταστράφηκαν. Παρέμειναν μόνο δυο-τρεις άδειες σε κάθε χωριό.

Τότε, λοιπόν, που ήρθαν στο χωριό οι χωροφύλακες, για να τα καταστρέψουν, έγινε σούσουρο μεγάλο και κάποιοι διαπληκτισμοί. Όλοι οι χωριανοί είχαν να κάνουν γενικά με την πολιτική Μεταξά και τότε ήταν που ο προπάππους μου, ο γερο-Κάρμαντης ανεφώνησε το περίφημο για τον Κέραμο: "Εν έχομε, μωρέ, και δυο αθρώπους να πα τους πουν:

"Βρε α συμμορφωθείτε, για α σας διαολίσομε στο ξύλο".

Η διαδικασία αδειοδότησης για απόσταξη ήταν επίπονη, αφού έπρεπε να ταξιδέψεις δυο-τρεις ώρες με το μουλάρι, για να πας στον πλησιέστερο σταθμό Χωροφυλακής.

Έχω την εντύπωση ότι νόμιμα ερεμπικάριζεν ο παπα-Χαράλαμπος απέσ' απέκεινα τα ταάρια. Επήρε χαμπάρι ο πεθερός του αφ' τα Βροΐσια, ο μπαρμπα-Σαραντής κι αφού προσφανώς επήρε και κάνα δυο του συναφιού του ρακοπότες, εκατηφόρισε για Κέραμο μεριά. Επήε, λοιπόν, στα ταάρια και βλέπει το Χαράλαμπο να ξερακίζει μοναχός.

- Τι έγινε, πεθερέ; Πώς κι εκατηφόρισες;

- Να, βρε Χαράλαμπέ μου, είπαμε να σου βουθήσομε μόνο-μόνο να μην πολεμάς μοναχός σου.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios