Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΤο τρίτο ημίχρονο

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" απο την στήλη "Κεραμούσικα" (Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2004)

 του Δημήτρη Τσιαδή

Πολλές φορές έχουμε δηλώσει ότι είμαστε λάτρεις της περιοχής μας και ειδικότερα του χωριού του ο κάθε ένας. Είναι γνωστό λοιπόν ότι όλα τα Σαββατοκύριακα και αργίες τα περνάμε στα χωριά μας και έχουμε φτάσει στο σημείο αρκετές φορές να ερχόμαστε σε ρίξη με την οικογένεια μας, αφού δεν τους αφιερώνουμε κανένα από τα Σαββατοκύριακα για επίσκεψη σε άλλα χωριά και ειδικά στα Νοτιόχωρα.

Εδώ και κάνα δυο μήνες όταν ανεβαίνω στα Αγιάσματα έχω διαπιστώσει ότι δεν υπάρχει Δημοτικός φωτισμός. Και γιατί να υπάρχει άλλωστε, αφού ψυχή δε μένει εκεί. Προσωπικά δε με ενοχλεί που για δυο βραδιές την εβδομάδα κυριαρχεί σκοτάδι έξω από το σπίτι μου. Αντίθετα, με ικανοποιεί, γιατί μου θυμίζει την παλιά εποχή, μου φέρνει στο νου τα παλιά τα χρόνια, τότε που ολόκληρη η Αμανή ήταν θεοσκότεινη. Θυμήθηκα, όπως ήταν φυσικό, τις παλιές νυχτερινές βεγγέρες. Κατά κάποιον τρόπο αυτές ήταν μια τοπική εφημερίδα, αφού μέσα από αυτές άκουγες τα νέα του χωριού σου. Στριμωγμένοι όλοι μαζί "βιζιτάρηδες" και ιδιοκτήτες του σπιτιού γύρω από το τζάκι, με μια σκου-τουφλόλαμπα πάνω στο ράφι του τζακιού ή κρεμασμένη στον τοίχο έλεγαν τις ιστορίες τους, συζητούσαν τα προβλήματα τους ή άλλες φορές είχαν κάποιον για "μασκότ" της παρέας και περνούσαν ευχάριστα τη βραδιά τους.

Τέτοιου είδους μασκότ αρκετές φορές ήταν ο Βελής. Ήταν ευπρόσδεκτος σε όλες τις βεγγέρες, γιατί ήταν άκακος σαν αρνί, αλλά και γιατί πετούσε συνεχώς ωραιότατες γελαστικές ατάκες. Επιπλέον, κατάφερνε κάποιος από την παρέα και τους έφερνε σε ρήξη με τη γυναίκα του, την κυρα-Όλγα και τότε πλέον ερχόταν ποταμός το γέλιο. Παντελάκης Γιώργης ήταν το όνομα του. Το Βελής ήταν το καλλιτεχνικό του, ήταν το παρατσούκλι του.

Τσααντιζόταν πολύ όταν τον αποκαλούσαν Βέλη και για το λόγο αυτό είχε και τη μόνιμη απάντηση. Δεν έκανε διάκριση, αν η προσφώνηση ήταν από άντρα ή γυναίκα, από χωριανό ή ξένο.

Μόλις τον φώναζες "κύριε Βελή, κύριε Βελή", απαντούσε: "Κάτσε στου γαϊδάρου τη...".

Παρένθεση. Όπως έκανα στο προηγούμενο φύλλο με τους Αμερικάνους, έτσι και εδώ θέλω να ξεκαθαρίσω πάλι τη θέση μου ως προς την αναφορά μου στα παρατσούκλια των χωριανών μου. Δεν έχω πρόθεση να προσβάλλω κανέναν, ούτε και έχω αντιδικίες με τους χωριανούς μου. Τους σέβομαι και τους αγαπώ όλους και αυτός είναι και ο λόγος που ένας-ένας περνάει από τη στήλη των Κεραμούσικων. Εξάλλου, με αυτά τα παρτσούκλια γινόταν ο διαχωρισμός του ενός από τον άλλο, αφού οι συνωνυμίες ήταν πάρα πολλές. Σίγουρα θα αναφερθώ και σε άλλους με τέτοιου είδους προσφωνήσεις και έχω την αίσθηση ότι τιμά τη μνήμη τους, μιας και οι περισσότεροι είναι πλέον μακαρίτες. Αυτά προς αποφυγήν κάθε παρεξήγησης. Κλείνει η παρένθεση.

Eπανέρχομαι στις βεγγέρες, βίζιτες, όπως τις λέγαμε τότε, και όλα καλά και όλα ωραία όσο κάθονταν όλοι μαζί μέσα στο σπίτι. Κάποια στιγμή, όμως, έπρεπε να το διαλύσουν για να πάνε στα σπίτια τους. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε στο χωριό. Αν η βραδιά ήταν φεγγαρόλουστη έχει καλώς, γιατί η πορεία προς το σπίτι θα γινόταν ομαλά. Αν όμως ήταν θεοσκότεινη, υπήρχε πρόβλημα για όσους δεν είχαν μαζί τους εκείνο το γνωστό σκουτουφλολαδοφάναρο.

Οι μη έχοντες τέτοιου είδους φωτιστικό μέσο έπαιρναν από την παροστιά (τζάκι) έναν αναμμένο δαυλό και κουνώντας τον δεξιά και αριστερά ταξίδευαν για το σπίτι τους. Καμιά φορά δεν έπαιρναν κανένα φως και ταξίδευαν με οδηγούς τις κωλοφωτιές. Οι νέοι, βέβαια, δεν τις έχουν δει ποτέ, αφού δεν έχουν περπατήσει στο σκοτάδι. Όσοι δε χρησιμοποιούσαν κάποια από τα παραπάνω μέσα φωτισμού δανείζονταν από τον ιδιοκτήτη της βίζιτας το λαδοφάναρο, το οποίο έπρεπε να επιστρέψουν την επομένη.

Μια τέτοια βεγγέρα είχε γίνει στου μπάρμπα Χρήστο, (στης Χριστάρας).   Σε    αυτήν   συμμετείχαν   και   οι   γονείς   μου   και


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios