Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΤο τρίτο ημίχρονο

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" απο την στήλη "Κεραμούσικα" (Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2004)

 του Δημήτρη Τσιαδή

φεύγοντας από εκεί αντί για δαυλό πήραν το φανάρι. Μάλλον θα ήταν Παρασκευή βράδυ η βίζιτα. Άρα Σάββατο κάποια στιγμή, προτού σκοτεινιάσει, έπρεπε να επιστραφεί το φανάρι στον ιδιοκτήτη. Συνήθως κάθε Σάββατο, σαν παιδιά, παίρναμε το μπάνιο μας μέσα στη σκάφη και αφού πρώτα έπεφταν οι σχετικές ξυλιές, μιας και ποτέ δεν το γουστάραμε το μπάνιο, γιατί και χρόνο χάναμε από το παιχνίδι, αλλά και σαμπουάν δεν υπήρχαν που να γράφουν "όχι πια δάκρυα". Με το παραδοσιακό σαπούνι από ποτάσα, που γινόταν η μπουγάδα ρούχων μ' αυτό κάναμε το λούσιμο μαλλιών και σώματος.

Για όσους δεν το γνωρίζουν και επειδή εγώ τέτοιο χρησιμοποιώ ακόμα, αναφέρω ότι η σαπουνάδα αυτή τσούζει πάρα πολύ στα μάτια.

Πήρα, λοιπόν, από τη μεγάλη μου αδερφή τις σχετικές ξυλιές σαν άπλυτος, πήρα και τις υπόλοιπες μετά σαν καθαρός. Αυτή η ιερο-τελεστεία γινόταν κάθε που έπρεπε να κάνουμε μπάνιο. Οι, μετά το μπάνιο, ξυλιές δίνονταν για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν σαν προκαταρκτικές, για να μη λερώσω τα καθαρά ρούχα που θα μου έβαζε και ο δεύτερος γιατί πάνω από τα ρούχα έπρεπε να μας φορέσει και μια ποδιά μπλε χρώματος, σαν αυτές που φορούσαν τα κορίτσια του σχολείου. Και εγώ και ο αδελφός μου δεν την πηγαίναμε ποτέ αυτού του είδους τη στολή.

Αφού τελείωσε με εμένα η αδελφή μου όλη τη διαδικασία, ξύλου, μπάνιου και τα ρέστα και προτού ξεκινήσει να δέρνει τον άλλο (τον αδερφό μου) με λίγα λόγια πριν να αρχίσει το β' ημίχρονο εθεώρησε καλό να μου δώσει το δανεικό φανάρι να το πάω, λέει, της Χριστάρας με τη ρητή διαταγή μην τυχόν και το σπάσω στο δρόμο. Έλα όμως που οι δρόμοι δεν ήταν όπως σήμερα! Παρά ήταν σαν να περπατούσες μέσα σε χαντάκι, αφού δεξιά και αριστερά υπήρχαν υπερυψωμένες πέτρες και έπρεπε να προχωράς με τα χέρια στην ανάταση, ειδικά αν ήσουν παιδί και κρατούσες και φανάρι. Παίρνω, λοιπόν, ο καλός  σου  το  φανάρι,

βγαίνω από το σπίτι και επειδή ήμουν αρκετά μικρός, σε προσχολική ηλικία, ήταν επόμενο ότι το φανάρι θα κτυπούσε από πέτρα σε πέτρα με κίνδυνο να σπάσει. Σκασίλα μου εμένα για το φανάρι, εγώ απλά ήθελα να αποφύγω τις συνέπειες του σπασίματος. Γυρίζω τότε το χέρι μου και κρεμάζω το φανάρι από τον ώμο μου προς την πλάτη. Το πήγα σώο στον προορισμό του, μου δίνει μια καρεμέλα η τειά Βγενού και κατενθουσιασμένος εγώ και για το γλύκισμα, αλλά πιο πολύ για την επιτυχή έκβαση της αποστολής μου, επέστρεψα στο σπίτι.

Ήταν τότε που κόντευε η αδερφή μου να τελειώσει το δεύτερο ημίχρονο, αφού και ο άλλος δε γουστάριζε να φορέσει την ποδίτσα του. Μόλις γυρίζει η αδερφή μου και με βλέπει βουτηγμένο στο λάδι από τους ώμους μέχρι τις φτέρνες κατ' ευθείαν σφυρίζει διακοπή του δεύτερου ημιχρόνου και, χωρίς καμιά καθυστέρηση, την έναρξη του τρίτου.

Πότε έληξε δε θυμάμαι. Ξέρω μόνο ότι έχασα και τον εσπερινό του Σαββάτου, αλλά και την καραμέλα από το στόμα μου' που δεν είχε λειώσει ακόμα.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios