Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΑγελαοπαζαρέματα

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" (Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2005)

 του Δημήτρη Τσιαδή

Είχαμεν που 'χαμεν τόσους περαστικούς αφ' το χωριό, όπως οι "μοίροι" που ετσαντηρώναν από απέναντι, εκεί στα Μεταλλεία, κάτι ψευτοπροφήτες, σαν το μπαρμπα-"Χρα" που την ώρα που μας έκανε κήρυγμα για τη Β' Παρουσία, εκεί μπρος στο καφενείο του Μπίλια, ανεβασμένος στο τσαρδάκι του Γιάννη του Γεωργαλά, κάποιοι νεολαίοι του κάτσανε μπουρλότο από πίσω κι εκοντέψαν να τον κάψουν ζωντανό σαν τους "τρεις παίδες εν Καμίνω".

Είχαμε τους γυρολόους, ρολοάδες, ψιλοπραματευτάες, όπως Μπαχάς, τεια Οργά, τρελο-Πολύδωρος με κουβαρίστρες, βελονάκια, ψιλικά πολλώ λογιώ, που λε και το τραγούδι, τους Λιθονομούσους που επουλούσαν φρασκομηλιάν κι έναν άλλον πράμαν. Ο Φαρδής κι ο Θρασύβουλος που εψήναν τα καμίνια. Είχαμεν τους πανάες Μουσουρούλη-Κουτσουράδη-Κάκαρη, τους εργάτες της εταιρείας Έλληνες ΜαυροΒούνηες, Ιταλούς που μάλιστα αυτοί οι τελευταίοι ετοαλαβουτούσαν μες στους βοτσόνους και τις γυστέρνες κι εμαζεύγαν τους Κουγιάκους για να κάμουν το μεζέ τους κι έτσι φεύγοντας ευτοί απέ το χωριό, εκάτσα σε μας τη ρετσινιάν τα άλλα χωριά και απέ τότε, μας λέουν Κουγιακοφάες.

Μέσα σε όλους αυτούς, λοιπόν, είχαμεν και τους ψευτοπισπιλουντιανούς Τσαμπάσηες, Χατζανέστηες και Κοπάνηες. Οι Χατζανέστηες, επειδή είχαν κι ένα φορτηγάκι, επουλούσαν από ζα μέχρι άχερα, ψάρια, ακόμα και παωτά παιΐ μου. Οι Κοπάνηες, επειδή δεν είχαν μεταφορικό μέσο, έκαμναν μόνο εμπόριο ζώων. Γουρούνες, κατσίκες, αελάες, παιί μου, μουλαρογάδουρα, όλα παρήλαυναν σε κάθε χωριό κι ανάλογα με το τι ήθελε καθένας γινόταν το τσαμπασιλίκι. Τσαμπάσης είναι τούρκικια λέξη κι, αν έχω πληροφορηθεί σωστά, στην ελληνική ερμηνεύεται "αετονύχης", γάτα που λένε οι σημερινοί. Με απλά λόγια, ο τσαμπάσης κερδίζει και όταν αγοράζει ένα ζώο και όταν το πουλάει, ποτέ δε χάνει. Κάποια φορά, λοιπόν, έμαθαν οι Κοπάνηες (Γιάννης και Γιώργης) ότι στον Κέραμο κάποιοι εθώσαν αγελάες, οπότε μια Κυριακή πρωί να 'σου τους στο χωριό και ρωτώντας εμάθαν πως ο παπα-Ευθύμης, ο Νικόλας ο Ζουγράφος κι ο Μιχάλης ο Μπινίκος εθώσαν ν' αγοράσουν αγελάα.

Αφού επόλυκεν η Εκκλησιά, κατηβαίνει ο πατέρας μου στο σπίτι και καθώς έβγαζεν τα σκολιάτικά του ράσα για να φορέσει τα καθημερινά,  η   μάνα   μου,   που   δεν   είχε   προλάβει   πάλι   να

εκκλησιαστεί, του απευθύνει την ίδια ερώτηση που έκανε κάθε φορά που δεν προλάβαινε εκκλησιασμό, κι ας ήξερε ότι δεν υπήρχε άλλος παπάς στο χωριό:

- Ε! παπά, επόλυκε;

Ο πατέρας μου ήκαμε πως δεν ήκουσε και ξανά η μάνα μου:

- Ε! παπά, εκουφάθεις; Εν ακούς που σε ρωτώ; Επόλυκε;

- Αμ, εσύ ίντα λες; Επαράτησα τη λειτουργία, εξεφόρεσα κι ήρτα να δω ίντα κάμνεις; Κάε μου το πρωινό μου.

Μέχρι να του 'τοιμάσει η μάνα μου το πρωινό, να 'σου ο Γιώργης ο Κόπανος στο σπίτι. Ο Γιάννης είχε μείνει για να λιμενέψει σε κάποιο στάβλον τις αγελάες που είχαν για πούλημα. Αφού ήκαμεν η μάνα μου τον καφέ του Γιώργη, αρχίζει το παζάρι.

- Ήφερά σου, παπά μου, μιαν αγελάαν, μα μιαν αγελάα! Εν την έχου ξαναεί τα μάτια σου. Ασκάλα παιί μου στο ζευγάρι. Αμ α μπεις και στο άλας της; Εκεί να εις. Μπερικιέτιν το άλας της, παπά μου, τρέσσει παιί μου σαν ποταμός, να χορταίνει το παιίν της, να χορταίνουν και τα ικά σου τα παιδιά, παπά μου, και να τυροκομά κι παπαδιά, πλησμονή σου λέω, παιί μου, το άλαν της.

- Πόσο χρονών εν η αγελάα, Γιάννη; Τον ρωτά ο πατέρας μου.

- Μικρή εν, παπά μου, το όντι της της έπεσεν τώρα που ερκούμεστεν αφ' την Πισπιλούνταν, εψέ αν την έφερνα είν να το 'βλεπες μες το στόμαν της, παιί μου.

- Μα εμόν, Γιάννη, μου φαίνεται μεστωμένη, εν μπορεί να μόνον τεσσέρω χρονών, που μου λες.

- Όσσι, όσσι, παπά μου, μικρή εν, άκου με ίντα σου λέω.

Απάνω, λοιπόν, στο παζάρεμα σκάει μύτη και ο άλλος Κόπανος κι αρχίζει με τη σειρά του τα δικά του παινέματα για το ζω. Απ' ό,τι φάνηκε όμως οι δυο Τσαμπάσηες δεν είχαν προσυμφωνήσει για την ακριβή ηλικία της αγελάας κι έτσι τώρα ο δεύτερος Κόπανος εξεκίνησε να απαριθμεί τους προκατόχους του ζού.

- Για ε, παπά μου, το ζων εν καλά, καλόν και στο ζευγάριν της και στο άλας της, μα και στα μοσχάρια της. Εφτακόσες οκάες κριάς κατειάζη ο κάθε ντανάς της κι άμα εν με πιστεύγεις, παιί μου, πάαινε στην Ποταμιάν αρώτα τον Πούπαλον που του 'χει τρεις ντανάες καομένους. Ρώτα και τον Καζάν που του 'χει βγαρμένα τρία μοσκάρια. Αμ  αν  πεις  και του Καρυάμη; Ήκαμεν του έναν βου, σαν


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios