Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΑγελαοπαζαρέματα

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" (Δευτέρα 31 Ιανουαρίου 2005)

 του Δημήτρη Τσιαδή

τον Μινόταυρον, έ.

Ε, εδώ πια ο πατέρας μου, που εμέτραν τις γέννες τον εδιέκοψε.

- Για σιγά, μωρέ Γιώργη, εδώ ο αερφός σου μου 'πεν πως εν τεσσάρω χρονών, εσύ τώρα μου αράδιασες έωνα εφτά-οχτώ γέννες, κι α σε 'φινα ήε να μου πεις άλλες τόσες. Τελικά, α μου πείτε θέτε, πόσω χρονών ε;

Ξαναμπαίνει τώρα στο παζάριν ο Γιάννης.

- Εν ηξέρει, παπά μου, ο Γιώργης ίντα λε. Ευτός λε για άλλην αεαλάαν παιί μου. Εμόν θ' ακούς, παπά, πάρε την αελάαν κι α με θυμηθείς.

Τελικά, είχαν δεν είχαν, του την επασάραν του πατέρα μου και μάλιστα εγώ κι ο αδερφός μου καθόλου δεν τη γουστάραμε, γιατί στις κατηφοριές της φεύγαν οι πορδιές και μεις εντρεπούμεστεν, λες και φεύγαν εμάς.

Τελειώνοντας από μας οι Τσαμπάσηες ενηβήκαν από πάνω, στου Ζουγράφο. Δεν ξέρω πώς έγινεν το παζάριν εκεί, όμως θυμάμαι ότι η αελάα που του πάσαραν του μπάρμπα μου, ήταν τόσο γρια, τόσο κακάσκημη, σκέτα κόκκαλα σαν ακτινογραφία, τα μάτια της γουρλωμένα, ακόμα και το χρώμα της δεν είχε καμιά γλύκα. Οι μικροί του μπαρμπα-Νικόλα την εκαβαλούσαν όπως καβαλάμε τους γαδάρους. Λόγω δε της ασκήμιας που  τη διέκρινε, την αποκαλούσαμε "σταθόρι" που στα χωριά μας, ως γνωστόν, σημαίνει ό,τι πιο άσχημο μπορείς να φαντασθείς.

Το επόμενο παζάρι έγινε στου μπάρμπα μου, του Μιχάλη του Μπινίκο. Εκεί πράγματι του πουλήσανε τουλάχιστον σαν εμφάνιση, άγγελο και όχι αγελάδα. Είπαμε, όμως, ότι ο Τσαμπάσης είναι γάτα, αετονύχης, είναι ψυχολόγος, γνώστης των γούστων του υποψήφιου θύματος του. Ήξεραν, λοιπόν, ότι ο Μπινίκος ήταν πολύ μερακλής στα ζώα του, στα χωράφια του, στα γούστα του και γι' αυτό του παζάρευαν το πιο καλό "πράμα" που είχαν, τουλάχιστον σαν εμφάνιση.

Τη θυμάμαι πολύ καλά την αγελάδα που του πούλησαν, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ, όπως και του αδελφού μου. Ήταν ένα νεαρό ζώο, με κοκκινόμαυρο γυαλιστερό χρώμα, πολύ ωραία κουτουλά, γυρισμένα ελαφρώς προς τα εμπρός, αλλά το πιο βασικό απ' όλα ήταν, ότι δεν έκλανε σαν τη δικιά μας, τη γριά πορδού, όπως την είχαμε βαφτίσει. Εκατσα, λοιπόν, οι Κοπάνηες τον Μπινίκο κάτω κι αρχίνισαν το παζάρι.

- Η αελάα, Μπινίκο, εν η πρώτη απάν' απ' έωνα τα χωριά μας, κι εώ, Μιχάλη μου, επίτηες την εκράτησα για σε.

- Μα... ξέρεις, Γιάννη, είν' πολλοί οι παράες που μου γυρεύγεις κι αφού α μου πάρεις και τες προατίνες και δυο κατσίκες, εώ εν μπορώ α σου ώκω τόσους παράες, α με κοροϊδεύγουν, θων', οι χωριανοί.

- Την αελάαν, παιί μου, α την πάρεις, γιατί ετούτονα το ζων εν, παιί μου, για τα ικά σου τα γούστα. Εμόν, Μπινίκο, ξέρεις πόσοι μου την εγυρεύγαν κι εώ των έλεα, πως έν έ για τα ικά σας τα σιέρα, ετούτη θε καλόν νοικοκύρη.

- Μα, βρε συ Γιάννη, α μου πάρεις θες τόσα κεφάλια ζα, για να μου ώκεις μιαν αελάα; Εμό δε μούρκετε έευτό. Ίντα λες και συ Μαρία μου, λε της γυναίκας του που την υπεραγαπούσε. Τα πράγματα άρχισαν να δυσκολεύουν για τους τσαμπάσιδες, οπότε έβγαλαν τον άσσο απ' το μανίκι, που λένε.

- Για άκου, να σου πω και τ' άλλο, Μπινίκο. Για ε, παιί μου, εώ ε θω να σε ελάσω, γιατί το ξέρεις, Μπινίκο, πως άμαν πω να σε ελάσω, α σε ελάσω, μόνον πάρε το ζων και α με συγχωρνάς.

Είχαν δεν είχαν τον εκατηφέραν τον μπάρμπα μου και έτσι έκλεισεν η δουλειά (Σιγά που έ θα τον εκατη-φέρνανε).

Όμως, παρ' όλα τα εξωτερικά χαρίσματα της αελάας, κάποιο "χλε" πρέπει να είχε, κάποιο κρυφό κουσούρι, γιατί θυμάμαι που ο μπάρμπας μου δεν ήταν ευχαριστημένος από αυτήν την αγορά. Δεν μπορούσε να το χωνέψει που τον εγελάσαν οι Πισπιλουντιανοί και κάθε τόσο το'λεγε στις βεγγέρες, όταν υπήρχε θέμα για τσαμπασιλίκι.

- Αχ! μωρέ, επάτησά τη με τους Κοπάνηες. Επήρα μου μωρέ έα σταύλον κεφάλια ζα για μια αγελάαν. Και εν εθώσαν να με ελάσουν κιόλας. Αμ' αν εθώσαν να με ελάσουν; Ήθελ' α μου πάρουν και το σπίτι!

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios