Κείμενα, άρθρα, δημοσιεύσεις, ντοκουμένταΚαι του Σάββα το παστέλι

Αναδημοσίευση απο την εφημερίδα "η Αμανή" απο την στήλη "Κεραμούσικα" (Τρίτη 31 Αυγούστου 2004)

 του Δημήτρη Τσιαδή

Ο μπάρμπα-Σάββας ερχόταν αρκετές φορές το χρόνο στο χωριό, αφού εκτός από πραματευτής-παστελάς ήταν και γανωματάς. Καζάνια, κατσαρόλες, μπρίκια και όλων των ειδών τα μπακίρια περνούσαν από το καλάι που κρατούσε στα μαυρισμένα χέρια του ο γέρος.

Όσες φορές κι αν ερχόταν στο χωριό, πάντα έμενε στο σπίτι του πάππου μου του παπά. Και όταν πια πέθανε ο πάππους μου έμενε στου πατέρα μου.

Ξεκινώντας από τη Λαγκάδα, με τον ψηλό παλικαρίσιο γάδαρό του, έφτανε πάντοτε γύρω στα μεσάνυχτα στον Κέραμο.

Κάτω από το σπίτι μας, ο στάβλος, από πάνω μέναμε εμείς και από πάνω μας ο πάππους μου με τη γιαγιά. Στον τέταρτο όροφο, γιατί υπάρχει και τέτοιος στο χωριό, έμενε ο θείος μου, ο καθηγητής και μέχρι σήμερα ακόμα έτσι τον ονομάζουν οι χωριανοί αυτόν τον όροφο.

Παπαδόσπιτα, λοιπόν, και τα δύο, κι έτσι, μόλις έφτανε ο Σάββας από κάτω ό,τι ώρα κι αν ήταν φώναζε όξω φωνή:

- Παπάδες, παπαδιές, παπαδοπούλες, ο Σάββας, ο Σάββας αφ' τη Λαγκάδα.

Αυτό επαναλαμβανόταν ασταμάτητα για όση ώρα βρισκόταν στο στάβλο ξεφορτώνοντας το γάδαρό και μέχρις ότου κουβαλήσει όλα του τα πράγματα επάνω στο σπίτι. Έτσι κι αλλιώς κουφός ήταν, άρα και να του απαντούσαμε δε θα μας άκουγε, κι αφού λοιπόν τακτοποιούσε το γάδαρό και τα πράγματα του όλα, πήγαινε μόνος του στο κονάκι που έμενε όποτε ερχόταν στο χωριό.

Πρωί-πρωί την ημέρα του πανηγυριού ανέβαινε στην αυλή της εκκλησιάς, έστηνε το ράντζο του κάτω από το μεγάλο πλάτανο που υπήρχε και εκεί πάνω, αράδιαζε όλα του τα είδη, που είχε προς πώληση. Τσαμπούνες, φλογέρες, παγιαύλια, λουκούμια, παστέλι, μέντες, κατσούνια και προ πάντων σβανάες και αλυσίες. Αυτά ήταν τα βασικά είδη που πουλούσε.

Η διαφήμιση των προϊόντων προς άγραν πελατείας, γινόταν δια βοής. Και ήταν απαραίτητη η διαφήμιση, διότι υπήρχαν και ανταγωνιστές. Μεγάλος ανταγωνιστής ήταν ο μπαρμπα-Κώστας ο Πούπαλος, αλλά ακολουθούσαν και μικρότεροι. Το Σταυράκι, ας πούμε, από το Μυρμήγκι με την κοντή άσπρη ποδίτσα του πουλούσε μόνο παστέλι και τον θυμούμαι που τις πρωινές ώρες του γλεντιού συναγωνιζόταν στο ζεϊμπέκικο με το Σίμο τον Κάκαυβρο. Και λέω τις πρωινές ώρες, γιατί οι παλιοί θα θυμούνται ότι οποιοσδήποτε άλλος χορός, πλην συρτού και τσιφτετέλι, δεν επιτρεπόταν πριν από τις πρωινές ώρες, αλλιώς σταματούσε το γλέντι και ξεκινούσε ο καρεκλοτραπεζο-πόλεμος. Επ' ευκαιρία του πολέμου, που αναφέρθηκα, να θυμίσω έναν τέτοιο παροιμιώδη καυγά που πήγε να γίνει στο πανηγύρι μας, αλλά απεσοβήθη χάρη στη σωτήρια; επέμβαση του Πολύχρονη. Ένας χωριανός, λοιπόν, χαμηλών τόνων, εγύρεψε, λέει, μεϊντάνι ενός άλλου της ίδιας κλάσεως και έτσι εξεκίνησε μια ψιλοφασαρία. Εσηκωθήκα, λοιπό, δυο τρεις άλλοι χωριανοί και τους επιάσα, αλλά ευτοί εφωνάζα ο ένας τ' αλλουνού:

- Βρε, άμα μ' εφήκουν α σε σκοτώσω.

Τα ίδια έλεεν κι ο άλλος.

Η ώρα όμως επαίρναν και ο χορός είχε σταματήσει. Του Πολύχρονη εν του 'ρχονταν ευτή η δουλειά, γιατί ήχανε κολιτίκια και κάποια στιγμή φωνάζει σε αυτούς που τους κρατούσαν.

- Βρε σεις, για αφήτε τους να δούμε, α σκοτωθούν θω στ' αλήθεια, για ψόμαν το κάμνου.

Πράγματι, τους αφήνουν οι δεσμοφύλακες κι αμέσως οι διαπληκτιζόμενοι παν και καθίζουν ο καθένας στη θέση του, σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Και φωνάζει ο Πολύχρονης:

- Ορίστε, οι αθρώποι εθώσα να κάτσου στες θέσεις των, κι εσείς εν τους εφήνετε.

Αυτά προς τον καυγά, τώρα ερχόμαστε πάλι στον μπαρμπα-Σάββα,  που  για να μαζέψει  περισσότερη  πελατεία  και  παρά  το


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios