Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 10ος, ΤΕΥΧΟΣ 43, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2005 - Ιανουάριος 2006)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΑνεξίτηλα τα Ίχνη τών Χρωμάτων

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Κάπου χωμένο ανάμεσα στα σπίτια τού Κάτω Χωριού, εκεί κοντά στην Λότζα, πίσω απ` το σπίτι τού γέρο-Γιάνναρου, ήτανε το κεντρικό μπακάλικο και καφενείο τού τόπου μας.

Αυτός ο χώρος ήτανε γνώριμος σε όλους, μικρούς και μεγάλους. Τούτο γιατί οι τελευταίοι περνούσαν τις ελεύθερες ώρες τους εκεί, ενώ οι μικροί ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν τα θελήματα τών γονιών τους. Το μπακάλικο ανήκε στο μπάρμπα Γιώργη το Σαραντινό, γνωστότερο, όμως, σε όλους σαν Γιώργης ο Μώρος. Ο μπακάλης ήτανε μετρίου αναστήματος και πρέπει να βαριάκουε. Τού άρεσε να παίζει χαρτιά με τούς πελάτες γι` αυτό τις περισσότερες φορές τον περιμέναμε πρώτα να τελειώσει την παρτίδα κι' ύστερα να μάς εξυπηρετήσει.

Απέναντι ακριβώς από το μαγαζί σε ελάχιστη απόσταση, υπήρχε μια σκάλα που οδηγούσε στο μπαλκόνι ενός κατάκλειστου σπιτιού. Πάνω σ` εκείνη τη βεράντα κάτω από μια κληματαριά, όλες τις εποχές τού χρόνου, τις ώρες λειτουργίας τού μαγαζιού, οι διαβάτες μπορούσαν να δουν ένα μεσόκοπο φαλακρό άνδρα να στέκεται ορθός, δήθεν αδιάφορα, ακουμπισμένος στο στήριγμα μιας γριάς κληματαριάς. Ο σιωπηλός άνθρωπος ήταν ο Βασίλης Σαραντινός ή Μούργος, όπως τον είχανε βαφτίσει οι χωριανοί, μιας και πολλές κουβέντες δεν είχε με κανένα.

Στον εξωτερικό τοίχο του καταστήματος υπήρχε ένα μεγάλο βαρέλι με πετρέλαιο. Ήταν φορές, που περιμέναμε σειρά το μαγαζάτορα να μάς γεμίσει τα γκαζομπούκαλα, μιας κι` ο ηλεκτρισμός δεν είχε φτάσει ακόμα στα μέρη μας κι` έπρεπε να προμηθευτούμε το καύσιμο για τις γκαζόλαμπες, που είχαμε στα σπίτια μας.

Το μαγαζί στεγάζονταν σ` ένα μεγάλο τετράγωνο δωμάτιο. Είχε μια πόρτα δίφυλλη και δύο μικρά παράθυρα σε δύο απ` τις γωνιές του. Στους τοίχους υπήρχαν διπλά ράφια για τις πραμάτειες τής μπακαλικής. Ένας μακρύς πάγκος με μια ζυγαριά χώριζε το κατάστημα στα δυο. Μέσα από το πάγκο και προς τον εσωτερικό τοίχο ήταν το παντοπωλείο. Απ` την εξωτερική πλευρά ήταν ο χώρος τού καφενείου με τα πέντε - έξι τραπεζάκια κι` έναν παλιό καναπέ κατά μήκος τού εξωτερικού τοίχου.

Ακουμπισμένα στον πάγκο μέσα κι' έξω, υπήρχαν τσουβάλια με ρύζι, ζάχαρη, φασόλια ή φακές. Στα ράφια είχε στοιβαγμένα διάφορα    συσκευασμένα    προϊόντα,  όπως   κονσέρβες,  σκόνες

καθαρισμού, τσιγάρα, κάποια κασάκια με λουκούμια και λίγες μισάνοιχτες κονσέρβες της οκάς με ολόπαστες σαρδέλες ή λακέρδα κι΄ ακόμα τσίγκινες σίκλες και καλοδεμένες φροκαλιές.

Ο μπάρμπα Γιώργης, ο Μώρος, έκανε τις προμήθειες του από τούς χοντρεμπόρους τής Χώρας. Κείνες τις μέρες, το λεωφορείο έφτανε στα Κουρούνια κατά τις πέντε τ' απόγεμα. Κι' ήταν η ίδια ώρα που τελειώναμε το βραδινό μας μάθημα. Τότες ο μαγαζάτορας σαν είχε να κουβαλήσει πραμάτειες στο μπακάλικο, ζητούσε τη βοήθειά μας. "Α σας δόκω μωρέ δυό μέντες του καθεμιανού, άμα πάρετε ένα κασάκι μέχρι το μαγαζί." Οι πιότεροι συμφωνούσαμε. Αυτό δεν άρεσε όμως στην Παρασκευούλα (Παρασκευή Σαραντινού), μιας και ήτανε η μόνιμη κι' "επίσημη" μεταφορέας, τουλάχιστον, για το Κάτω Χωριό, και την ώρα τού ερχομού τού λεωφορείου ήτανε πάντοτε στο πόστο της, έτοιμη ν' αναλάβει δράση.

Σε τούτο το μαγαζί είχαν εγκαταστήσει και το μοναδικό τηλέφωνο τού χωριού μας. Ήταν μια μεγάλη κατάμαυρη συσκευή, που κατέληγε σε βύσματα και καλώδια. Θυμάμαι το μπάρμπα Γιώργη, το Μώρο, σα γύρναγε τη μανιβέλα τού τηλεφώνου προσπαθώντας να βγάλει γραμμή. Τότες, απάνω στην ένταση τής στιγμής φώναζε: "Έλα κέντρο! Έλα Βολισσός. Ακού κανείς;" Κι' ύστερα επρόσθετε: "Τίποτα μωρέ δε κάμνει το καβουρντιστήρι. Μοναχά χρούτσου και γρούτσου!"

Κι' όμως απέ τούτο το τηλέφωνο, σ' αυτό το μαγαζί, πόσα και πόσα μαντάτα δεν ήρθανε στο τόπο μας. Κι' ήτανε αυτά, που άλλοτε τίναζαν στα ύψη τις ανθρώπινες χαρές και φορές τούς καταβύθιζε στα τάρταρα της απελπισιάς. Απέ τούτο το μαγαζί, απέ τούτο το τηλέφωνο, μετάδινε ο ναυτικός, ο μετανάστης, ο στρατιώτης, ο κάθε ξενιτεμένος τα βιαστικά του νέα. Τούτο το μαύρο καβουρντιστήρι οι συγγενείς τών ανθρώπων αγκάλιαζαν, σαν τους καλούσαν οι δικοί τους από τα διάφορα μέρη τού ορίζοντα.

Σα με στέλνανε οι γονείς μου και σπανιότερα η γιαγιά μου στο μαγαζί τού Μώρο για διάφορα θελήματα, συνήθως δεν τούς έβγαζα γλώσσα. Τούτο γιατί μού άρεσε η ατμόσφαιρα που είχε το μαγαζί. Μπαίνοντας, ακόμα οσμίζομαι την έντονη μυρωδιά τού παστού  μπακαλιάρου  και  τής  σαρδέλας, ανάμικτη μ' εκείνη τού


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios