Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 10ος, ΤΕΥΧΟΣ 43, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2005 - Ιανουάριος 2006)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΑνεξίτηλα τα Ίχνη τών Χρωμάτων

του Γιώργου Β. Κεφάλα

τσιγάρου και τού βρασμένου τούρκικου καφέ. Τις πιότερες φορές, θυμάμαι τούς ανθρώπους να διηγούνται ιστορίες, να γελάνε, να δίνουν παραγγελιές στο μπακάλη-καφετζή ή να πειράζουν ο ένας τον άλλον παίζοντας χαρτιά στα μικρά τραπεζάκια, καθισμένοι σ' εκείνες τις στενές, ξύλινες, πλεκτές καρέκλες.

Κάποιες φορές που ο μαγαζάτορας έπαιζε χαρτιά, έπρεπε να περιμένουμε να τελειώσει η γύρα μέχρι να εξυπηρετηθούμε. Σαν ο μπάρμπα Γιώργης μάς έβλεπε να μπαίνομε στο μαγαζί μάς έλεγε: "Α δεν εβιάζεστε, περιμένετε λιγάκι, γιατί έχω καλό χαρτί." Την ώρα που περιμέναμε, ακουγόντουσαν ή συνέβαιναν διάφορα από τούς θαμώνες τού μαγαζιού.

Αυτοί που έπαιζαν χαρτιά, συνήθως τα βάζανε με το συμπαίχτη τους. Έτσι, από την τρυφερή μας ηλικία μάθαμε, πως το Βαλέ δε το κρατάς σαν τελευταίο χαρτί. Τούτο γιατί διαφορετικά, τι νόημα θα είχε η φράση, "Μωρέ το Βαλέ τον εκράτησες για γάδαρο;" Ακόμα, αυτοί που χάνανε κι' έπρεπε να πληρώσουν "τα ούζα", δίνανε εντολές όπως: "Γιώργη! Ε Γιώργη! Δεν ακούς; Πιάσε μια στραβόρεγγα και κάμποσα φελιά ψωμί."

Οι πραγματικές κωμικές καταστάσεις όμως συνέβαιναν, όταν άρχιζαν να πειράζονται οι χωριανοί μεταξύ τους. Κάποιο βραδινό, σ` ένα τραπεζάκι καθόταν ένας Ηπειρώτης χωροφύλακας, ο Γιώργης κι' έπινε το ούζο του. Δίπλα του ο Κωστής Τακτικός με τη μύτη του σβανά του καθάριζε την πλατανένια πίπα του, έτοιμος να κόψει στα δυο το άφιλτρο τσιγάρο. Την ίδια ώρα, στο ξύλινο καναπέ κατά μήκος τού τοίχου στη μια άκρη καθόταν ο Μανώλης ο Χριστοφάκης κρατώντας ένα τεράστιο τεφτέρι. Αυτός ήταν σκυμμένος και το εξέταζε καταλεπτώς. Ύστερα, μονολογούσε: "Εδώ σάς έχω όλους. Εδώ σάς έχω γραμμένους." Ο Μανώλης ήτανε χασάπης και είχε έρθει να μαζέψει τα βερεσέδια του. Φαίνεται πως τον είχαν φεσωμένο γι` αυτό μονολογούσε απελπισμένος. Στην άλλη άκρη τού καναπέ καθόταν η Παρασκευούλα βαριεστημένη, καθώς περίμενε το μαγαζάτορα να ξεμπλέξει από τα χαρτιά για να την εξυπηρετήσει. Κάποια στιγμή λοιπόν του λέει: " Βρε Γιώργη! Ε! Μώρο! Α ξημερωθούμε για να παίζεις εσύ σκαμπίλια; Α μού βάλεις θες εκατό δράμια σάρδες και α μου γεμίσεις το μαστραπάδι με σπίρτο για να τρίψω τα λίγγια μου!"   Οπότε  πετιέται  ο  Κωστής  Τακτικός  και  τής  λέει

χαμογελώντας: "Ε! Παρασκευού! Α πάρω θέλω το γιαλόχαρτο και άρτω να σε τρίψω!" Τότες του αποκρίνεται η Παρασκευού: "Τον πισινό σου να τρίψεις στραβοκάνη μ` έδευτο πούπες. Εγώ το κούτελό μου το `χω καθαρό!"

Μέχρι να κατακάτσει ο θόρυβος από τα γέλια των θαμώνων, μπαίνει ο μπάρμπα Βαγγέλης, ο Σπανός, που 'ταν ο γραμματικός τής κοινότητας. Πάει γραμμή στο καφετζή και τού λέει: "Κέρασε τους μωρέ Γιώργη όλους! Και μη ξεχάσεις τη Κουτελού!" Τσαντίζεται η Παρασκευού τότες και τού απαντά: "Ο κακός σου ο καιρός, γλωσσά, κολικιάρη, που α με πείς εμένα Κουτελού!" Και χωρίς να χάσει καιρό γυρνώντας κατά το μαγαζάτορα τον προστάζει: "Δόκε μου βρε μια σκροφέτα ( γκοφρέτα ), αφού είναι στα κέφια του ο κατσουνοριάης! "

Χαρακτηριστικό του μπάρμπα Γιώργη του Σαραντινού ήταν, πως αν ζητούσαμε δυο κιλά ρύζι για παράδειγμα, κι` αυτός είχε μόνο τρία στο μαγαζί θα μάς απαντούσε ότι δεν μπορούσε να μάς δώσει περισσότερο από μισό, γιατί έπρεπε να ικανοποιήσει και τούς άλλους. Στη μνήμη μας έχει παραμείνει η φράση του, "άμα το πάρεις μωρέ όλο εσύ, τι α δόκω στους άλλους;" Ο μπάρμπα Μώρος δεν ήταν ο κλασσικός τύπος τού μπακάλη. Φαίνεται, πως είχε μέσα του αισθήματα για τούς συγχωριανούς του.

Με το πέρασμα του χρόνου το μπακάλικο έκλεισε. Θύμα κι` αυτό τής φυγής τών ανθρώπων από τη μια και τών γηρατειών τού ιδιοκτήτη του από την άλλη. Αναπολώντας τις ημέρες εκείνες, τα γεγονότα και τις μορφές τών ανθρώπων, συχνά-πυκνά, νοσταλγώ όλους αυτούς, που με τρόπο άδολο χρωμάτιζαν τη καθημερινότητα μας και χάραζαν με τα έργα και τα λόγια τους την άγουρη μνήμη τών παιδικών μας χρόνων.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios