Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2005)

 Εκδρομικές Αναμνήσεις

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

έχω να θυμάμαι από τα μαθητικά μου χρόνια στο δημοτικό σχολείο Κουρουνίων.

Εκτός από τις μικρές μας βόλτες στην Πατημένη, το Μύλο, την Αγιά Ματρώνα τον Εγρηγόρο και καμιά φορά τον Πεντιά, που γινόντουσαν κατά κανόνα σε λιόλουστες μέρες καθ' όλο το σχολικό έτος, στο τέλος κάθε χρονιάς κάναμε μια "μεγάλη" εκδρομή! Ε, όταν λέμε μεγάλη μη φανταστείτε πούλμαν, πλοία, αεροπλάνα! Τα μεταφορικά μας μέσα ήταν μερικά γαϊδουράκια, που καθόντουσαν μόνο τα παιδιά τής πρώτης και τής δευτέρας και μερικοί από τούς γονείς συνοδούς. Τα άλλα παιδιά πεζοπορούσαμε δύο-δυόμισι ώρες για να φτάσουμε στον προορισμό μας και άλλες τόσες ή και παραπάνω για να γυρίσουμε.

Ποιοι ήταν οι μακρινοί προορισμοί; Δύο κυρίως: Το μοναστήρι τής Παναγιάς τής Παγούσαινας και τα ιαματικά λουτρά τών Αγιασμάτων.

Για να φτάσουμε στην Παγούσαινα έπρεπε να ανεβούμε πρώτα τον Γολγοθά τού ανηφορικού δρόμου τής Αμανής. Σήμερα υπάρχει αγροτικός δρόμος που συνδέει την Παγούσαινα με τα γύρω χωριά.

Ξεκινούσαμε πολύ πρωί, να μη μάς "ψήσει" ο ήλιος στη διαδρομή και γύρω στις δέκα φτάναμε κατάκοποι στον προορισμό μας.

Η αλήθεια είναι πως η διαδρομή, παρά τη δυσκολία της, ήταν μαγευτική. Σε κάθε μας βήμα, σε κάθε διάσελο, κάθε κορφούλα, αποκαλύπτονταν κι ένα χωριό τής Αμανής χωμένο μεσ' το πράσινο, με τα λιγοστά σπιτάκια του σφιχταγκαλιασμένα σαν να φοβόντουσαν τού βορριά τ' αλύπητο μαστίγωμα και πιάνονταν το 'να με τ' άλλο ν' αντισταθούν. Και μόνο η εκκλησιά και το σχολειό ξεχώριζαν από το σφιχταγκάλιασμα. Στο βάθος απέραντη, ολογάλανη, η θάλασσα τού Αιγαίου, μουρμούριζε αδιάκοπα   ερωτικά   τραγούδια   στ'  ασυγκίνητο  βουνό.  Καθώς

ανεβαίναμε, ξεπρόβαλε, κουρεμένο κεφάλι, αγέρωχη, επιβλητική η κορυφή τού Πεληναίου. Πίσω του πορφυρός ανέτελλε τού ήλιου ο δίσκος, φορώντας του άλικο στεφάνι. Μοναδικές στιγμές που αντιλαμβάνεσαι την αξία τους μονάχα σαν σού λείπουν.

Κατάκοποι φτάναμε στην κορυφή τής Αμανής. Αφήναμε πίσω μας το εκκλησάκι τής Δέσποινας, χτισμένο στην πιο ψηλή κορφή της, και κατηφορίζαμε για να φτάσουμε γύρω στις δέκα στο μοναστήρι τής Παγούσαινας.

Η Παγούσαινα ήταν, και παρά την παρακμή της εξακολουθεί ακόμη να είναι, ένας μαγευτικός τόπος. Βαθύσκιωτα πλατάνια, αγέρωχες καστανιές κι ευωδιαστές καρυδιές στόλιζαν κυκλικά την Εκκλησία τής Παναγίας και τα λιγοστά κελιά τού μοναστηριού.

Από τα θεμέλιά της ανέβλυζε και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αναβλύζει, γάργαρο το περίφημο νερό τής Παγούσαινας. Κρύο, κρύσταλλο, πάγος, ακόμη και το κατακαλόκαιρο. Απ' αυτό, φαίνεται, να πήρε το όνομα της ολόκληρη η περιοχή. Το νερό αυτό θεωρείται το καλύτερο του νησιού και κάποτε εμφιαλωνόταν για να διακινηθεί στην αγορά.

Σ' αυτόν το ονειρεμένο τόπο αμολιόμασταν, αγρίμια άπιαστα τότε, και κάναμε τού κόσμου τα παιχνίδια. Κυνηγητό, κρυφτό, αμάδες, κλέφτες κι αστυνόμοι, Τούρκοι κι Έλληνες, τα πιο γνωστά αλλά κι άλλα άγνωστα που η φαντασία μας επινοούσε κάθε στιγμή. Αν κάποιος είχε καμιά "παλιόμπαλα", τα αγόρια την κλωτσούσαμε αλύπητα και τα κορίτσια έπαιζαν τα "μήλα".

Πιο εύκολο ήταν τής επιστροφής το μονοπάτι για τα πόδια μας αλλά στην παιδική ψυχή μας ο δρόμος τής επιστροφής ήταν πιο βαρύς. Μια ξένοιαστη κι ανέμελη μέρα τέλειωνε κι ένα αύριο γεμάτο υποχρεώσεις ξεκίναγε. Υποχρεώσεις που δεν της απάλυνε ούτε η ιδέα πως σε λίγες μέρες το σχολείο θα 'κλεινε για καλοκαιρινές διακοπές, αφού αυτό για τούς περισσότερους σήμαινε σκληρή δουλειά στα χωράφια.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios