Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2005)

 Εκδρομικές Αναμνήσεις

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Το δεύτερο προορισμό μας, τ' Αγιάσματα, τον έχω συνδέσει με μια δυσάρεστη παιδική μου ανάμνηση.

Ήταν Μάιος τού '67. Η Ελλάδα ζούσε τις συνέπειες τών τραγικών Απριλιανών γεγονότων. Συνέπειες, που στο μικρό χωριό μας μόνο ο απόηχός τους έφτανε. Απομονωμένο, καθώς ήτανε, η μόνη πληροφόρηση που είχαμε ήταν οι ειδήσεις τού κρατικού ραδιοφώνου, που ήταν κατευθυνόμενες από την ομάδα τών συνταγματαρχών. Για μάς τα παιδιά, μάλιστα, οι συνέπειες τού Απριλιανού πραξικοπήματος ήταν μάλλον ευχάριστες, αφού την ίδια μέρα και την επόμενη, νομίζω, δεν είχαμε σχολείο.

Κατά τα άλλα η ζωή στη μικρή κοινωνία τού χωριού μας εξακολουθούσε να είναι ίδια κι απαράλλαχτη όπως πριν. Οι μέρες κυλούσαν ήσυχα. Ίδιο το σήμερα, όπως το χθες, όπως το αύριο. Ο Νιαμονίτης άνοιγε το εμπορικό του κάθε πρωί, ο πατέρας το τσαγκαράδικο, ο Σιταράς, η Σοφία κι ο Σαραντινός τα καφενεδάκια τους. Οι χωριανοί ετοιμάζονταν για το θέρος και το αλώνισμα κι εμείς, τα παιδιά, για τις καλοκαιρινές διακοπές, που ήταν πάντα, όπως είπαμε, συνδυασμένες με σκληρές αγροτικές εργασίες και λιγότερο με ανεμελιά και παιχνίδια.

Ας ξαναγυρίσουμε, όμως, στην εκδρομή στ' Αγιάσματα. Τελειώναμε την Ε΄ τάξη τού δημοτικού και με αγωνία περιμέναμε να μάς ανακοινώσει ο δάσκαλος πότε και που θα πάμε τη μεγάλη σχολική εκδρομή.

Στις μεταξύ μας συζητήσεις, που σίγουρα έφταναν και στ' αυτιά τού δασκάλου, δεν συμφωνούσαμε στον προορισμό. Αλλοι ήθελαν βουνό, στην Παγούσαινα, και άλλοι θάλασσα, εκείνοι που είχαν μεγαλύτερη εξοικείωση με το υγρό στοιχείο.

Να σημειώσουμε πως παρ' ότι μεγαλώσαμε σε νησί η σχέση μας με τη θάλασσα δεν ήταν ιδιαίτερα φιλική, για δύο κυρίως λόγους.

Ο πρώτος και κυριότερος, γιατί το χωριό μας ήταν ορεινό και η μετάβαση στην παραλία απαιτούσε μια ώρα πεζοπορία από κατσικόδρομο.  Οι  γονείς  μας  ελάχιστες  φορές μάς διέθεταν τον

απαιτούμενο χρόνο για να μάς συνοδέψουν.

Ο δεύτερος ήταν ο μπάρμπα-Τσούβαλος. Δεινός, για την εποχή του, κολυμβητής, είχε έναν εντελώς ιδιότυπο τρόπο να μάθει τα παιδιά να κολυμπούν. Τα 'παιρνε, τα πετούσε στα βαθιά και υπό την επίβλεψη του τ' άφηνε μόνα τους να βγουν. Πολλά παιδιά τής γενιάς μου, αλλά και μεγαλύτερα, έχουν να θυμούνται τραυματικές εμπειρίες απ' αυτή την εκπαίδευση.

Ηπειρώτης, ο δάσκαλός ο Μότσης, ούτε ο ίδιος είχε φιλικές σχέσεις με τη θάλασσα. Εν τούτοις, εκείνη τη χρονιά αποφάσισε να πάμε στα Αγιάσματα.

Τ' Αγιάσματα ζούσαν τότε, στα μέσα τής δεκαετίας τού εξήντα, την τελευταία περίοδο τής δόξας τους. Σημαντικός αριθμός λουομένων τα διάλεγε για να κάνει τα ιαματικά λουτρά του. Ανάμεσά τους σπουδαίες προσωπικότητες τής πόλης τής Χίου. Στα τέλη Μαΐου, όμως, που κάναμε την εκδρομή μας δεν είχαν ακόμη ξεκινήσει τα ιαματικά λουτρά. Έτσι ο χώρος θα 'ταν αποκλειστικά δικός μας.

Ξεκινήσαμε άφεχτα από το χωριό. Περάσαμε, πεζοπορώντας, τον Εγρηγόρο, κατεβήκαμε στις Βρύσες και από κει κατηφορίσαμε στον ποταμό. Εκεί κάναμε μια μικρή στάση να ξαποστάσουμε, να πιούμε νερό, να ανακτήσουμε δυνάμεις για να " βγάλουμε " την ανηφόρα που οδηγεί στον Πρόδρομο. Στο εκκλησάκι τού Προδρόμου, με πρόσχημα ν' ανάψουμε το καντήλι, κάναμε άλλη μια στάση ξεκούρασης.

Από κει κι ύστερα, ο δρόμος κατηφορίζει. Η θαλασσινή αύρα γίνεται ολοένα και πιο αισθητή. Κι αν τύχει κι έχει φουρτούνα, από ένα σημείο κι ύστερα ρυθμικός σε συνοδεύει ο ήχος των κυμάτων, που σκάνε στα βράχια.

Στους κήπους τού Αμπελίτη, τον παράδεισο τής περιοχής, η Γρηγοριανοί είχαν ήδη ποτίσει κι ετοιμάζονταν να πάρουν το δρόμο τής επιστροφής.

Σ'  αυτόν  τον παραδεισένιο τόπο, σ' ένα πλάτωμα πάνω από τη

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios