Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2005)

 Εκδρομικές Αναμνήσεις

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

θάλασσα, δεσπόζει το μικρό μοναστήρι τής Ευαγγελίστριας, ακίνητος λευκός γλάρος με κόκκινη ράχη, που βιγλίζει το πέλαγος.

Όλα αυτά, όμως, ήταν ασήμαντες λεπτομέρειες για μας. Το μυαλό μας ήταν στο παιχνίδι και στα πειράγματα.

Βουβή κι απρόσμενα ήρεμη, μάς υποδέχθηκε η παραλία τών Αγιασμάτων.

Στα δεξιά της δέσποζε η "Σκάλα", μια προβλήτα είκοσι-είκοσι πέντε μέτρων που 'χε φτιάξει η εταιρεία εξόρυξης αντιμονίου τών μεταλλείων Κεράμου, για να φορτώνει τα μεταλλεύματα της στα πλοία. Πίσω από την "Σκάλα", στη ρίζα τής πλαγιάς, ερείπιο πια, δέσποζε το αρχοντικό τού Καλουτά.

Στ' αριστερά οι ιαματικές πηγές με το αντλιοστάσιο και το παλιό ξενοδοχείο και στο κέντρο οι τρείς μικρές εκκλησιές τών Αγιασμάτων, χτισμένες η μια δίπλα στην άλλη. Η Παναγιά η Ζώνη, ο Αγιος Νικόλαος και οι Αγιοι Ανάργυροι.Στο κέντρο τού κοινού αυλόγυρου υπάρχει παλιό πηγάδι.

Μικρά σπιτάκια, τέλος, ήταν σκορπισμένοι εδώ κι εκεί, τα περισσότερα κοντά στην παραλία γύρω από τις πηγές. Αυτά ήταν όλα κι όλα τ' Αγιάσματα.

Σκορπίσαμε στα στενά δρομάκια και στις αυλές των εκκλησιών και επιδοθήκαμε σε διάφορα παιχνίδια.

Οι πιο τολμηροί φορέσαμε τα μαγιό μας και αποτολμήσαμε μια βουτιά στα παγωμένα, πεντακάθαρα νερά τού Αιγαίου. Ανάμεσά τους κι εγώ. Ο αδελφός μου, μαθητής στο γυμνάσιο Βροντάδου, είχε μάθει εκεί να κολυμπά. Τα καλοκαίρια ήταν ο δάσκαλός μου στο κολύμπι, μακριά, πάντα, από τα "όμματα" τού Τσούβαλου.

Ήθελα, λοιπόν, να επιδείξω την πρόοδο μου στο άθλημα και μάλλον τα κατάφερα. Ο Μότσης, που μάς παρακολουθούσε από την παραλία, φαίνεται πως εκτίμήσε τις ικανότητές μου γιατί με πήρε σύνοδό του στις "Σκάλα" για ψάρεμα με το καλάμι.

Θεώρησα  μεγάλη  μου  τιμή  την  προτίμηση τού δασκάλου και

τον ακολούθησα πρόθυμα, κουβαλώντας τα λιγοστά σύνεργα τής ψαρικής. Στ' άλλα παιδιά είχε απαγορευτεί να ανέβουν στη "Σκάλα".

Ματαιοπονούσαμε ψαρεύοντας χωρίς επιτυχία. Aπειροι κι οι δυο από την τέχνη τού ψαρά, ταΐζαμε ώρα πολλή τα ψάρια με δολώματα. Ούτε λέπι δεν πιάσαμε. Το μόνο που αποκόμισα απ' αυτή την εμπειρία ήταν ένα εκτεταμένο ηλιακό έγκαυμα στην πλάτη, που με ταλαιπώρησε όλο εκείνο το καλοκαίρι.

Μετά το λιτό μεσημεριανό μας γεύμα, είχαμε ελεύθερη ώρα. Υπήρχε, φυσικά, αυστηρή απαγόρευση να μπούμε στη θάλασσα. Κάποιος, τότε, έριξε την ιδέα να πάμε για πατελίδες. Μια ομάδα αγοριών ξεκινήσαμε για τα βράχια στην πλευρά του μοναστηριού. Ανάμεσά τους ο Γιωργής ο Κεφάλας, ο Γιάννης ο Αυγερινός, ο Ανδρέας ο Μιχαλάκης, ο Δημήτρης ο Κοτσάτος κι 'γω, συμμαθητές όλοι στην ίδια τάξη.

Για πολλή ώρα βγάζαμε πατελίδες στα βράχια, κοντά στην παραλία. Ο Ανδρέας κι ο Δημήτρης, νομίζω, έριξαν την ιδέα να πάμε για καβούρια πιο πέρα. Ο δάσκαλός μάς είχε πει να μην απομακρυνθούμε πολύ και ήδη είχαμε χαθεί από τα μάτια του. Οι περισσότεροι δεν ακολουθήσαμε. Ο Ανδρέας κι ο Δημήτρης, αποφάσισαν να πάνε μόνοι τους.

Οι άλλοι, αφού βαρεθήκαμε να κοπανάμε με πέτρες τα κελύφη τών άτυχων οστρακοφόρων, αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω και να επιδοθούμε σε άλλου είδους παιχνίδια.

Περασμένες πέντε συγκεντρωθήκαμε για την επιστροφή. Από την τάξη μας έλειπαν ο Ανδρέας κι ο Δημήτρης, το ζευγάρι τών "καβουροκυνηγών". Στην αρχή διασκεδάζαμε κάνοντας χωνί τα χέρια μας στο στόμα και φωνάζοντας το όνομά τους. Μα σαν περνούσε η ώρα και δεν παίρναμε απάντηση, η διασκέδαση έγινε ανησυχία κι η ανησυχία φόβος μην έπαθαν τίποτα.

Ο δάσκαλος έδωσε εντολή να γίνουν δυο κλιμάκια να ψάξουμε να   τούς   βρούμε.   Το  ένα,  στο  οποίο  συμμετείχα  κι  εγώ,  θα

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios