Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2006)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΜνήμες Καλοκαιριού

του Γιάννη Ν. Ζαννή

Ιούλιος τού 2006. Πρέπει να βιαστούμε να βγάλουμε τα εισιτήρια για τη Χίο γιατί θα δυσκολευτούμε στην επιστροφή, δεν θα βρίσκουμε θέσι για το αυτοκίνητο. Υπάρχει μια προτίμησι στα ταχύπλοα, αν φεύγουν μεσημέρι ή απόγευμα. Αν κανείς δεν πάρει αυτοκίνητο μαζί, μπορεί να πάη αεροπορικώς, αλλά έλα πάλι που το αυτοκίνητο σε διευκολύνη στις μετακινήσεις, κυρίως για τα θαλάσσια μπάνια αλλά και για σύντομες εκδρομούλες…

…Και ξαφνικά η μνήμη γυρίζει πίσω, κοιτάζει μες απ' το παράθυρο τού χρόνου άλλους Ιούληδες και Αυγούστους, μπορεί και σαράντα χρόνια πριν… Όταν, παιδιά τού δημοτικού, δε βλέπαμε την ώρα που θα αφήναμε πίσω μας το κλεινόν άστυ για να περάσουμε έναν - δύο μήνες πλήρους ελευθερίας στα βουνά τής Αμανής, παρέα με όλους τούς παιδικούς φίλους, κοντά στους παππούδες και τις γιαγιάδες, τούς συγγενείς, τούς γείτονες, τούς χωριανούς, που από τη γέννησή μας είχαμε ζυμωθεί μαζί τους.

Θυμάμαι κάποτε με το Βασίλη αρκετές βδομάδες πριν, στην περιοχή τού Μουσείου, να καταστρώνουμε σχέδια για το τι θα κάναμε στο χωριό και ο "σχεδιασμός" εκείνος συντόμευε μέσα μας το χρόνο τής προσμονής, που, στη δική μας αντίληψη φαινόταν ατελείωτος. Για εισιτήρια και άλλα τέτοια, δεν είχαμε να σκεφτούμε εμείς. Αυτά τα κανόνιζαν οι "μεγάλοι". Εμείς απλά, με τι καρδιά να χτυπάει σε γρηγορότερους ρυθμούς, θα μπαίναμε μαζί με τούς συνοδούς μας στο ταξί που θα μάς έφερνε στο λιμάνι τού Πειραιά.

Απ' όλα τα φτωχικά -κατά κανόνα- σπίτια μας, και να είχε κάποιο μεγάλο πλεονέκτημα. Ήταν τού Στέλιου και τής Μαρίας Βορριά, στον Πειραιά, όπου από την ταράτσα είχε μιαν εκπληκτική θέα στο πολυθόρυβο και πολυκήνιτο λιμάνι, που, σε κάθε τυχόν οικογενειακή επίσκεψι, "ανεντιάζαμε" τα πλοία που φεύγανε και νοσταλγούσαμε το νησί μας και περιμέναμε την ώρα τού επαναπατρισμού. Δεν πας στο χωριό σου, επιστρέφεις σ' αυτό, έστω και για λίγες μέρες.

Τα παλιά εκείνα καράβια, ελλιμενίζοντο απέναντι από το Άγιο Σπυρίδωνα. Θυμάστε καθόλου τα ονόματά τους; Νομίζω "Κανάρης", "Μιαούλης", "Κολοκοτρώνης", δεν είμαι σίγουρος για "Καραϊσκάκης". Θυμάμαι το "Κανάρης", που, δεν ξέρω πως, νομίζω ότι ήταν το καλύτερο εκείνης τής "γενιάς" επιβατικώνπλοίων. Η σκάλα επιβιβάσεως ετοποθετείτο στο πλάι τού πλοίου και οι επιβάτες ανέβαίναν με τις βαλίτσες και τα μπαγκάζια ανά χείρας. Που λόγος για αυτοκίνητα, για τους περισσότερους από μάς.

Αργότερα στη γραμμή μπήκε το "ΑΔΩΝΙΣ", το οποίο έμεινε για πολύ καιρό εντυπωμένο στη μνήμη των ταξιδιωτών τού βορειοανατολικού Αιγαίου. Ήταν ένα κομψό, καλοτάξιδο σκαρί και όλοι το προτιμούσαν στις μετακινήσεις τους, βρίζοντας την "κακοτυχία" τους αν καμιά φορά έπεφταν στο "ΑΙΟΛΙΣ".

Το '74 στα νερά τού Αιγαίου, κατέπλεε το "ΣΑΠΦΩ", εκτελώντας τα δρομολόγια για Χίο-Μυτιλήνη. Ένα πλοίο υπέροχο για την εποχή του, ευρύχωρο και εξ ίσου καλοτάξιδο. Πάντως, πρέπει να ομολογήσω ότι το "ΑΔΩΝΙΣ" έμεινε στην προτίμηση τών χωριανών ως το πρώτο και καλύτερο απ' όλα.

Ξαναγυρίζουμε, όμως, στο λιμάνι τού Πειραιά. Συνήθως, πριν τον απόπλου, όλο και κάποιοι χωριανοί αντάμωναν και διαπίστωναν με χαρά ότι θα συνταξίδευαν. Η συνοχή τών μελών τής παροικούσης κοινότητος ήταν πολύ πιο σφιχτή εκείνες τις εποχές. Ο κάθε συγχωριανός είχες την αίσθησι πως είναι μέλος τής ίδιας οικογένειας με σένα. Πολλοί ήταν εκείνοι που ανέβαιναν στο πλοίο και έφταναν μέχρι τις καμπίνες για να ξεπροβοδίσουν όσους ταξίδευαν. Κάποια στιγμή ακουγόταν η γνώριμη ανακοίνωση ("το πλοίον αναχωρεί αμέσως") και οι επισκέπτες αποχωρούσαν. Το πλοίο "ανέκρουσε πρύμναν" για το Αιγαίο.

Η διάρκεια τού ταξειδιού ήταν συνήθως 10-12 ώρες και κατά κανόνα εκτελείτο κατά τη διάρκεια τής νύκτας. Ξεκινούσε γύρω στις  οκτώ  το βράδυ και έφθανε κάπου γύρω στις έξι το πρωί.  Οι


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios