Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2006)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΝΑΑΑ! ΟΙ ΠΑΝΑΫΡΙΩΤΕΣ!!

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Ήτανε μέσα τού εξήντα, στην άδολη και ολόδροση εποχή τής αθωότητας. Με τη ματιά γιομάτη περιέργεια κι' αδειανή τη τσέπη απ' την ανέχεια, ο κόσμος παραέξω απ' το μικρό μας τόπο μάς περίμενε, για ν' αρχινίσει το σεργιάνι τής ζωής.

Τηλεόραση, θέατρο και κινηματογράφος δεν εδιαφέντευαν ακόμα τα μυαλά μας. Η Χώρα έπεφτε μακριά. Κι' ο θαυμαστός κόσμος...τής πρωτεύουσας πολύ μακρύτερα.

Έτσι, εκτός από τούς λιγοστούς καλοκαιρινούς επισκέπτες, η μοναδική διέξοδος για επικοινωνία και ψυχαγωγία, ήτανε στα πανηγύρια τών όμορων χωριών. Ανάμεσα σ' αυτά, την πρώτη θέση τη κατείχε, εκείνο τής Μεγαλομάρτυρος Χιοπολίτιδος Αγίας Μαρκέλλας. Ο πη-γαιμός σ' αυτό το γεγονός, φάνταζε σα μια μικρή, διήμερη, ευχάριστη περιπέτεια Τούτο το μικρό ταξίδι, μέχρι τον τόπο τού μαρτυρίου τής αγίας, ήτανε στόχος μόνιμος για κάθε πιτσιρικά που σεβότανε τον εαυτό του, τουλάχιστο,ν εκείνη την εποχή.

Ο Γιάννης Σίμου Σιταράς, περνούσε τα καλοκαίρια τής παιδικής του ηλικίας στα Κουρούνια. Ανταποκρινόμενος ευγενικά στο κάλεσμά μας, έντονα χρωμάτισε ένα νοσταλγικό ταξίδι μέσα από τις μνήμες εκείνων των ημερών.

Πόσες φορές μικρά παιδιά βουτηγμένα στη σκόνη τού χωματόδρομου, που σύννεφο σήκωνε το παιχνίδι μας, δεν τρέχαμε να προϋπαντήσουμε αυτούς που επέστρεφαν από τα πανηγύρια με την ελπίδα, πως κάτι θα μάς φίλευαν. Ίσως...Ίσως καμιά καραμέλα, λίγο παστέλι ή κανένα ξερολούκουμο. Γι' αυτό κι εμείς τούς χαιρετούσαμε από μακριά μέσα σ' αλαλαγμούς, τραγουδώντας τη γνώριμη φράση, " Να! Οι παναϋριώτες! Να! Οι παναϋριώτες!".

Στα μέρη μας όλα τα πανηγύρια είχαν τη δική τους ιδιαίτερη αξία, μα κείνο οπούχε τη μεγαλύτερη, για μάς τούς μικρούς τής εποχής, ήτανε αυτό τής Αγια - Μαρκέλλας της Χιοπολίτιδας. Τούτο φάνταζε σ` εμάς ωσάν ονειρεμένος προορισμός, μιας και δύσκολα καταφέρναμε να πείσουμε τούς μεγάλους να μάς επιτρέψουν να πάμε, σε σχέση με τα πανηγύρια τών γειτονικών χωριών, όπως εκείνα τού Εγρηγόρου, Χαλάνδρων, Αφροδισίων, Νενητουρίων και Αγίου Γάλακτος. Ακόμα, οι διηγήσεις αυτών που συμμετείχαν, μάς έκανε να λαχταρούμε την πολυπόθητη στιγμή, που θα γινόταν η πρόταση απ' τούς γονείς μας, πως φέτος πια θα μάς…πήγαιναν!

Έτσι, ανείπωτη ήτανε η χαρά μου σαν ο πάππους μου, ο γέρο Τσούβαλος, μού δήλωσε, πως θα πηγαίναμε εκείνη τη χρονιά στο πανηγύρι τής Αγια - Μαρκέλλας. Ήταν το καλοκαίρι τού 1965. Τελευταία Κυριακή πριν τη γιορτή τής αγίας. Οι  χωριανοί  που  θα

μετείχαν στην πανήγυρη, μετά το τέλος τής λειτουργίας, καθισμένοι στον ίσκιο τού γέρο πλάτανου, ξεδίπλωναν τα σχέδια για το ταξίδι. Τότες, εκεί μιλούσανε για την ώρα που θα 'πρεπε να κινήσουν, για το τόπο τής συνάντησης κι' ακόμα για το μέρος που θα κατασκήνωναν το βράδυ τής παραμονής τού μεγάλου γεγονότος.

Την παραμονή τής αναχώρησης από την αγωνία μου, την υπερένταση μα και το φόβο μη φύγουν και δεν με πάρουνε μαζί τους, έμεινα ξάγρυπνος. Τέλος, η μεγάλη ώρα πλησίασε. Ήτανε τέσσερις, λίγο πριν το ξημέρωμα. Σηκωθήκαμε κι' ετοιμαστήκαμε. Ο παππούς μου, ο Τσούβαλος, κάθισε στο γαϊδουράκι του κι' εγώ στα καπούλια τού μουλαριού, πούχε ο θειός μου ο Δημήτρης Σιταράς, ο Όψιμος. Σε λίγο βγήκαμε στον αμαξωτό και συνεχίσαμε προς το γιοφύρι τών Κερασιών. Ύστερα, πιάσαμε την ανηφόρα κατά τον Αϊ Γιώργη και την Απάνω Παναγιά.

Στη διαδρομή απ' το χωριό μέχρις απάνω το βουνό, συναντούσαμε χωριανούς. Αυτοί ξεπρόβαλαν ξαφνικά ωσάν σκιές μέσα απ' το αχνό μισοσκόταδο τής χαραυγής, καβάλα στα ζωντανά τους. Καβαλάρηδες λοιπόν στα μουλαρογάδουρα, ο ένας πλάι στον άλλο, μοιάζανε θαρρείς με φάλαγγα τού ιππικού, πού 'χε κινήσει σ' αποστολή ειρήνης. Κι' όσο το καραβάνι ξεμάκραινε κατά τη ράχη τού Σιδερόσταυρου και κατόπι προς την Παγούσαινα,  τόσο    η    παρουσία    ανθρώπων   και   ζωντανών


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios