Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2006)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΜνήμες Καλοκαιριού

του Γιάννη Ν. Ζαννή

χωριανοί που συνταξίδευαν, αφού ταχτοποιούσαν τα πράγματά τους στις καμπίνες και περίμεναν να περάσει ο έλεγχος τών εισιτηρίων, ανέβαιναν στο σαλόνι ή στο κατάστρωμα, όπου με την κουβέντα οι μεγάλοι και με το παιχνίδι οι μικροί (εμείς δηλαδή, τότε) έφταναν ως την ώρα που έπρεπε να μαζευτούν στις καμπίνες για ύπνο.

Σε εμάς που ήμασταν τότε παιδιά, άρεσε το ταξείδι αυτό καθ' αυτό. Δεν είναι προσωπική μου αίσθησι μονάχα, το είχα συζητήσει με παιδικούς φίλους και συμμερίζονταν απόλυτα τα αισθήματα αυτά. Δεν βιαζόμασταν να τελειώση το ταξείδι - τόσο με το πλοίο,όσο, αργότερα και με το λεωφορείο. Πηγαίναμε στο κατάστρωμα, πιανόμασταν στις κουπαστές και απολαμβάναμε το θέαμα τού σκοτεινού πελάγους, που το σκοτάδι του έσπαγε αραιά και που από το φως κάποιου φάρου, η τα φώτα άλλου πλοίου.

"Όρθρου βαθέως", νύχτα ακόμη, οι καμαρώτοι χτύπαγαν τις πόρτες στις καμπίνες. "Οι επιβάτες για Χίο να ετοιμάζονται". Βγαίναμε στο κατάστρωμα για να δούμε τα λιγοστά τότε φώτα τού νησιού και την προκυμαία τής Χίου να πλησιάζει, να πλησιάζει. Σχεδόν με το γλυκοχάραμα, όταν γύρω η ροδοδάχτυλη ηώς άρχιζε να ρίχνη το πέπλο της, από αποβιβαζόμασταν στο λιμάνι και τραβούσανε κατευθείαν για την πλατεία, φορτωμένη τα πράγματα. Η αποβίβαση γινόταν πάλι από τη μεγάλη σκάλα στα πλαϊνά του πλοίου. Πολλοί χωριανοί άφηναν τις αποσκευές τους στο φιλόξενο στέκι τών Κουρουνιωτών, το μπακάλικο του κυρ Γιάννη Ζαννή και πήγαιναν για λουκουμάδες στου Μανάρα. Η πόλι δεν είχε ακόμη αρχίσει το καθημερινό της ρυθμό. Στην πλατεία δέσποζε καταμεσίς τού δρόμου το κουβούκλιο τού τροχονόμου κι ένας μεγάλος χάρτης τού νησιού.

Κατόπιν οι ταξιδιώτες πήγαιναν στου Μουτάφη για κφέ ή γλυκό. Το καφενείο αυτό ήταν ένας ας πούμε σταθμός συγκεντρώσεως.

Επειδή κάποιοι θα έκαναν ψώνια - οι γονείς ή οι συγγενείς που μάς συνόδευαν - εμείς τούς περίμεναν εκεί μέχρι να γυρίσουν. Καθώς οι πελάτες και σερβιτόροι είχαν τότε μιαν άλλη αντίληψι τού χρόνου, μπορεί να περιμένανε πάνω από μισή ώρα ώσπου να 'ρθη κάποιος σερβιτόρος να πάρη παραγγελία και άλλο τόσο, ίσως και περισσότερο, για να την φέρη.

Βέβαια δεν ήταν λίγες οι φορές που οι ταξιδιώτες, Κουρουνιώτες και Γρηγοριανοί, επισκέπτονταν και διάφορους συγγενείς που έμεναν στην πόλι τής Χίου. Κάποτε διανυκτέρευαν, μάλιστα, στα σπίτια τους και φεύγανε την επόμενη μέρα για το χωριό. Αλησμόνητη ανάμνησή μού μένουν οι επισκέψεις στον Κοφινά, στο σπίτι τών αείμνηστων αναδόχων μου Δημητρίου και Καλλιόπης Μιχαλάκη. Ήταν δυο γλυκύτατοι άνθρωποι, ήδη προβεβηκότες στην ηλικία. Επίσης θυμάμαι διανυκτερεύσεις στο Φραγκομαχαλά με τα ξαδέλφια μου. Σίγουρα πολλοί από τούς αναγνώστες θα θυμούνται άλλες ανάλογες επισκέψεις σε συγγενείς τους.

Τέλος έφτανε η στιγμή τής επιβιβάσεως στο λεωφορείο, που συνήθως έφευγε μεσημέρι. Κάποτε - κάποτε γευματίζαμε στο εστιατόριο τού Επιτροπάκη πίσω απ το σταθμό τών λεωφορείων και μετά μαζεύονταν όλοι γύρω από το λεωφορείο για να φορτώσουν τις αποσκευές τους.

Αντηχούν ακόμη στα αυτιά μου οι χαιρετισμοί, τα γέλια, οι φωνές τους. Οι χωριανοί και κοντοχωριανοί παρακολουθούσαν τον εισπράκτορά να ανεβαίνει από τη σιδερένια σκαλίτσα στην οροφή τού λεωφορείου και κει να φορτώνη τις βαλίτσες που τού έδιναν - ένα θέαμα που μάς προξενούσε ένα ανεξήγητο ενδιαφέρον ! Δεν ήταν και λίγοι εκείνοι που είχαν αναθέσει παραγγελίες στον εισπράκτορα για να τις μεταφέρη ασυνόδευτες στο κάθε χωριό - άλλος γλυκά, άλλος ψωμί, ένα άσπρο ψωμί που δεν θα τρώγαμε με τίποτα σήμερα, αλλά τότε, δεν ξέρω γιατί, άρεσε πολύ, φρατζόλα το έλεγαν - άλλος λίγο κασέρι από τού Ζαννή.   Και   οι   εισπράκτορες   εκτελούσαν   πρόθυμα   όλες  τις

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios