Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2006)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΜνήμες Καλοκαιριού

του Γιάννη Ν. Ζαννή

παραγγελίες. Θυμόμαστε, τουλάχιστον, δύο χωριανούς εισπράκτορες, τον Μιχάλη του Μίχαλου και το Γιάννη το Βορριά.

Κάποιος σύγχρονος λογοτέχνης, έγραψε γι αυτά τα λεωφορεία ότι "σε ολόκληρη την ιστορία τής ανθρωπότητας δεν υπήρξε όχημα που να ομολόγησε τόσο πολύ την αδυναμία του, αντιμετωπίζοντας το δρόμο σαν κάτι ιερό, διασχίζοντας το τοπίο σε ρυθμό προσευχής, αναπνέοντας και αγκομαχώντας σαν ζωντανός οργανισμός". Δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει απόλυτα κανείς. Ωστόσο, επαναλαμβάνω πως το ταξείδι τού επαναπατρισμού είχε για μάς από μόνο του κάποια μυστική γοητεία, και μάς άρεσε η διάρκειά του - εκτός φυσικά από 'κείνους που ζαλίζονται. Πράγματι, αν αγναντεύαμε καθώς ανέβαινε τις στροφές τού Αίπους τη Χώρα και το Βροντάδο, τα μοναστήρια στο Φραγκοβούνι και τη Βοήθεια, πέραν της μικρασιατικές ακτές με τα λιγοστά τότε κτίσματά τους. Το ξερό τοπίο τού Αίπους με την άγρια ομορφιά, τις πέτρες και τις αστυφιδες. Τον Άγιο Σίδερο και το Πιτυός, απ' όπου περνούσε καμιά φορά το λεωφορείο, και που, ο πύργος του είχε μείνει εντυπόμενος στην παιδική μνήμη για να τον διηγούμαι στη σύζυγό μου, όταν αργότερα επισκεφθήκαμε αυτό το χωριό -γενέτειρα τού νεομάρτυρος Αγίου Γεωργίου, που μαρτύρησε στις Κυδωνιές τής Μικράς Ασίας στις 26 Νοεμβρίου 1807.

Το ατελείωτο πευκοδάσος στον Άγιο Ισίδωρο, όπου χανόταν το φως τού ήλιου, όταν το λεωφορείο έμεινε στη σκιά τών πεύκων. Και το ταξίδι συνεχιζόταν και τηρουμένων τών αναλογιών, τα αισθήματά μου γι αυτό, μού θύμιζε την Ιθάκη του Καβάφη:

"Να εύχεσαι να 'ναι μακρύς ο δρόμος...

...Πάντα στο νου σου να 'χης την Ιθάκη..

Το φθάσιμον εκεί ειν' ο προορισμός σου

Αλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου"

Και τα χωριά ξεπρόβαλαν ένα - ένα, ενώ όλο και κάποιος χωρικός με τα ζώα του θα μάς αντάμωνε στο δρόμο, για να σηκώσει  το  χέρι  του  σε  χαιρετισμό,  τον  οποίο  ο οδηγός  τού

ανταπέδιδε με ένα κορνάρισμα τού αυτοκινήτου. Κατάβαση. Βολισσός. Στάση για καφέ και αναψυκτικό. Πολλοί προτιμούσαν να πάρουν από 'κει το ψωμί, από το φούρνο τού Γιάννη του Κουρούπη. Ποταμιά. Χάλανδρα. Αφροδίσια. Κάθε στάσι είχε τη δική της διάρκεια. Έπρεπε να ξεφορτωθούν τα πράγματα και να δοθούν και οι παραγγελίες στους παραλήπτες. Συνήθως οι οδηγοί κορνάριζαν, όταν έμπαιναν σε κάποιο χωριό. Έτσι, εκτός από το χαιρετισμό, ειδοποιούσαν για την άφιξη ώστε να ανέβουν οι συγγενείς να υποδεχθούν τούς ξενιτεμένους τους και να τούς βοηθήσουν στη μεταφορά τών αποσκευών. Και τα παιδιά έσπευδαν να συναντήσουν τούς συγγενείς που όλο και κάτι θα είχαν να τούς φέρουν ή τούς φίλους από την Αθήνα ή τη Χώρα.

"...Η Ιθάκη σ' έδωσε τ' ωραίο ταξείδι

χωρίς αυτή δεν θα 'βγαινες στο δρόμο..."

Ανασαίναμε το γνώριμον αγέρα τής γενέθλιας γης, απ' όπου αποσπαστήκαμε παρά τη θέλησή μας, περπατούσαμε στα γνώριμα στενά δρομάκια και τα καλντερίμια, συναντούσαμε τα ίδια αγαπημένα πρόσωπα που μάς υποδέχτηκαν από τη γέννησί μας, τις υπέροχες μορφές τών φτωχών φιλόξενων δουλευτών τής Αμανίτικης γης.

"Κι αν φτωχική τη βρείς, η Ιθάκη δεν σε γέλασε

έτσι σοφό που έγινες, με τόση πείρα,

ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν"

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios