Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 45, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2006)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΝΑΑΑ! ΟΙ ΠΑΝΑΫΡΙΩΤΕΣ!!

του Γιώργου Β. Κεφάλα

ήταν απαγορευμένος, προτού χτυπήσουν οι καμπάνες, τη μέρα τής παραμονής. Ύστερα, το ίδιο βράδυ θα ξανάρχιζαν και θα το κρατούσαν μέχρι τη ώρα που ο παπάς θα σήμαινε τον όρθρο. Σ' αυτό το πανηγύρι μετείχαν άνθρωποι ιδιαίτερα γλεντζέδες. Μια τέτοια φήμη είχαν οι Βολισσιανοί, οι Καμπούσοι ακόμα κι' οι Σπαρτουντιανοί με τούς Φυτούσους.

Σα τελείωσε ο εσπερινός γυρίσαμε στα πρόχειρα αντίσκηνά μας. Οι διοργανωτές τής πανήγυρης εκείνη τη χρονιά, για πρώτη φορά στα χρονικά, έριξαν πυροτεχνήματα. Ο ήχος και η λάμψη τους κατατρόμαξε τα ζα. Τότες, άρχισε ένα άλλο..."πανηγύρι". Έβλεπες ξαφνικά αφηνιασμένα μουλαρογάδουρα να καλπάζουν γκαρίζοντας με ανασηκωμένες τις ουρές και τα αυτιά τους. Κάποια έβγαζαν αφρούς από το στόμα. Τέτοια ήταν η τρομάρα τών ζωντανών, που άλλα κινήσαν κατά τη θάλασσα κι' άλλα κατά το μέρος που ήταν συναγμένοι οι ανθρώποι, που παρακολουθούσαν τις ζύγιες με τούς μουσικούς. Φωνές, βρισιές, απειλές…και τα γνωστά επιφωνήματα τών ανθρώπων προς τα ζωντανά έκλεισαν το απρόσμενο γεγονός.

Αποκαμωμένοι από το επίπονο ταξίδι ετοιμαζόμαστε να κοιμηθούμε. Τότες άρχισαν τ' αστεία. Ο μπάρμπα Κωστής ο Σιταράς προσπαθούσε να διαβάσει το χάρτη τ' ουρανού! Μιμούμενος τις "αστρονομικές" γνώσεις του μακαρίτη μπαρμπα Τσάρο κατέθετε τα επιχειρήματά του το ένα μετά το άλλο. Κάποια στιγμή αποφάνθηκε "...Να μωρέ αυτή είναι η μεγάλη αρκούδα που μοιάζει σα τηγάνι". Ύστερα...γέλια και πάλι απ' την αρχή.

Το ολόδροσο πρωινό ο αχός τής καμπάνας, μάς κάλεσε και πάλι να επισκεφτούμε τον οίκο τού Θεού για να γιορτάσομε τη μνήμη της αγίας. Κατηφορίζοντας προς την εκκλησιά μ' έκπληξη διέκρινα το γκρίζο όγκο τού πολεμικού, που ήταν αραγμένο στα βαθιά. Χρωματιστά σημαιάκια το στόλιζαν, ανεμίζοντας στην πρωινή αύρα. Την ίδια ώρα μια βάρκα πλησίαζε προς την ακτή γεμάτη με το τιμητικό άγημα τού ναυτικού, που θα συνόδευε το

δεσπότη και τούς άλλους επισήμους στη περιφορά τής θαυματουργής εικόνας.

Κόσμος πολύς είχε συγκεντρωθεί στον αυλόγυρο τής εκκλησιάς. Επικεφαλής τού κλήρου ο μητροπολίτης Χίου. Λιγάκι πριν το μεσημέρι τελείωσε η λειτουργία. Ώρα για περιήγηση στους ταβλάδες με τα γλυκά, τα κεραμικά και τα παιγνίδια. Σωροί οι πήλινες χρωματιστές στάμνες και τα σταμνιά. Πήρα κι' εγώ ένα πήλινο σφυριχτράκι. Τούτο σαν έβαζες νερό και το φυσούσες, έβγαζε τον ήχο του καναρινιού. Μα παρεκτός από τους ταβλάδες με τις λιχουδιές και τα παιγνίδια, έβλεπες κι' άλλα θαυμαστά για τέρψη τών μικρών και τών μεγάλων. Υπήρχαν κούνιες διαφόρων ειδών. Κάποιες ήτανε μικρές κι' άλλες μοιάζανε σα βάρκες. Ακόμη εκεί ήταν και..."ο Γύρος τού Θανάτου". Τι θαύμα κι' αυτό για τα ανήξερα κι' αθώα παιδικά μας μάτια.

Είχα σχεδόν χαθεί στο κόσμο ενός σύγχρονου παραμυθιού. Όμως, η στιγμή τού αποχωρισμού πλησίαζε αμείλιχτη. Έπρεπε ν' φύγουμε απ' τα ιερά, τα όσια, τα θαυμαστά και τα περίεργα. Είχε σημάνει τέσσερις. Τούτη ήταν η ώρα τού γυρισμού.

Ακολουθώντας την ίδια διαδρομή, όλοι μαζί, ωσάν προσυνεννοημένοι γυρίζαμε στο ίδιο καραβάνι. Περάσαμε και πάλι, άνθρωποι και ζωντανά, απ' τα ίδια γνώριμα μέρη. Το συναίσθημα όμως ήτανε διαφορετικό. Η προσμονή απουσίαζε, ακόμα και η χαρά, ιδιαίτερα από τα μικρότερα παιδιά. Ήτανε κατά τις επτά σαν πλησιάσαμε το χωριό. Τότες, άρχισα να αισθάνομαι κάπως καλύτερα, αφού θα 'βλεπα τούς φίλους μου. Είχα τόσα πολλά να τούς διηγηθώ. Τελειωμό δε θα 'χουν οι μικρές μου ιστορίες για τα τόσα όμορφα και περίεργα που βίωσα. Άλλωστε, το πανηγύρι της Αγια-Μαρκέλλας δεν ήταν ή είναι ένα τυχαίο γεγονός.

Σ' αυτές τις σκέψεις απορροφημένος κι' ακόμα με τη τρομάρα μου από το γύρο τού θανάτου, τη χαρά για την πήλινη σφυρίχτρα οπούχα αγοράσει και με τη γεύση τού παστελιού ακόμα στο στόμα, άκουσα ξαφνικά φωνές πολλές, γνώριμες φωνές ωσάν να με ξυπνήσαν. Ναι, ήταν οι άλλοι τής παρέας, εκείνοι που μείναν πίσω. Αυτοί, μέσα σ' αλαλαγμούς φωνάζανε τρέχοντας στον αμαξωτό, κάπου κατά τη Βάτο, "… Να οι παναϋριώτες... να οι παναϋριώτες"

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios