Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 46, Αύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2006)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΜνήμες Καλοκαιριού - μέρος β, η διαμονή στο χωριό

του Γιάννη Ν. Ζαννή

Όταν ξαναβρίσκεσαι από την πλήρη κυριαρχία του μπετόν ξανά στα βουνά της Αμανής και απολαμβάνεις την υπέροχη αρμονία της μυστικής φωνής της φύσεως, αντιλαμβάνεσαι ότι κατέχεις ένα ανεκτίμητο δώρο του Θεού.

Βέβαια το δώρο αυτό το εκτιμάς διαφορετικά σε κάθε ηλικία, αλλιώτικα στη νιότη, διαφορετικά στην ωριμότητα και, φαντάζομαι, με άλλο τρόπο σε πιο μεγάλη ηλικία.

Ωστόσο, όταν αντικρίζω από την Πατημένη το Πεληναίο να απολήγη στις συνήθως αφροστεφανομένες ακτές, τους κολπίσκους από τ' Αγιάσματα ως εκεί που τις χάνω από το οπτικό μου πεδίο, όταν βλέπω από την άλλη μεριά του ορίζοντα τον ήλιο να βουτά στο Αιγαίο, σιμά στην ασημένια ράχη των Ψαρών - τη μαύρη ράχη που τραγούδησε ο ποιητής - στέλνοντας τις τελευταίες ακτίνες του να πορφυρώνουν τα νερά του Αρχιπελάγους, όταν την ίδια στιγμή ο άνεμος σου χαϊδεύει τ' αυτιά με το σφύριγμα του, σιγοτραγουδώντας το τραγούδι του γυρισμού, νομίζω πως το βάθος έχω ακριβώς το ίδιο αίσθημα που είχα πάντοτε. Απλά το βιώνουμε, όλοι πιστεύω, διαφορετικά, καθώς μας ωριμάζει ο χρόνος και η πείρα τής ζωής.

Σκιρτήματα των παιδικών και εφηβικών χρόνων γεύεσαι πιο ορμητικά κι ανέμελα, όχι σπάνια και απερίσκεπτα την ομορφιά αυτή, χωρίς να μπορείς να την εκτίμησης στο ίδιο βάθος που μπορείς με το πέρασμα του χρόνου. Ωστόσο, για να μην το παρακάνουμε στις αμπελοφιλοσοφίες, ας αφήσουμε τη μνήμη να γυρίσει στα παιδικά και εφηβικά χρόνια της δικής μου γενιάς. Ας ταξιδέψουμε ξανά στο χρόνο, ενθυμούμενοι τις καλοκαιρινές διακοπές στο χωριό της δεκαετίας του '60 και του '70, με τα μάτια ενός παιδιού - τότε - μεγαλωμένου στην Αθήνα.

Όταν ξαμολιόμασταν να παίξουμε, τα πρότυπα που είχαμε στο μυαλό μας ήταν δανεισμένα από τη γεωργική ζωή των μεγάλων. Εμείς, στο Κάτω Χωριό, τραβούσαμε κατά τα Παλιάμπελα και εκεί,   χρησιμοποιούσαμε   "μπερμπετσίνες"  ως  πρόβατα  και

κατσίκια, φτιάχναμε τις "στάνες " μας όπου τα βόσκαμε και κατόπιν τα κλείναμε στα κατώγια τους, για να τα βρούμε πάλι την επομένη. Τα κατώγια αυτά ήταν οι κουφάλες δέντρων, η αυτοσχέδια κτίσματα δικά μας. Μερικοί μάλιστα, ήταν ιδιαίτερα ταλαντούχοι ως κτίστες, με πρώτο το Δημήτρη του Παντελή του Κεφάλα, και έφτιαχναν πραγματικά αριστουργήματα, αν σκεφτούμε την ηλικία τους και τα μέσα που διέθεταν για κάτι τέτοιο.

Αν κανείς είχε και δικά του παιχνίδια, (γαϊδάρους, αγελάδες, άλογα κ.λ.π.), αυτός ήταν ο "κάλλιος νοικοκύρης" ανάμεσα στους συμπαίκτες. Μη φανταστείτε όμως, ότι τα παιχνιδάκια αυτά μειώνουν την αξία της μπερμπετσίνας, κάθε άλλο. Κάποτε, μάλιστα, κάποιος από μας είχε ανταλλάξει τα παιχνίδια του με τις μπερμπετσίνες κάποιου άλλου παιδιού, θεωρώντας ότι έκανε μία πολύ συμφέρουσα συναλλαγή!

Καθώς τα λεωφορεία, οι οδηγοί και οι εισπράκτορες τους αποτελούσαν ένα θέαμα που εξήπτε την παιδική μας φαντασία, μας έδιναν το υλικό για την επινόηση ενός αυτοσχέδιου παιχνιδιού. Παίρναμε κάτι μακριά ξύλα, ίσως και λαλιτίρια, τα κρατούσαμε οριζόντια, όσοι χωρούσαμε στο μάκρος κάθε ξύλου, και αυτό ήταν το λεωφορείο μας, έτοιμο για τη διαδρομή Σχολείο-Πατέλες, που στη φαντασία μας γινόταν Κουρούνια - Χίος, με όλες τις ενδιάμεσες στάσεις. Σε αυτό το παιχνίδι συμμετείχαμε αγόρια και κορίτσια μαζί. Ο πρώτος αριστερά ήταν οδηγός, ο τελευταίος δεξιά ο εισπράκτορας και στη μέση οι επιβάτες.

Βέβαια για τα αγόρια υπήρχαν και τα πολεμικά παιχνίδια, είτε αυτοσχέδια, είτε το γνωστό "αλλέστα μπαμ" και φυσικά το ποδόσφαιρο, άθλημα για κάθε ηλικία. Μικτά παιχνίδια (στα οποία, δηλαδή, συμμετείχαν και τα κορίτσια) ήταν τα "λουκούμια " ή τα "μήλά ". Επίσης τα "σκλαβάκια" γνωστά και σαν "αμπάριζα". Και βέβαια τα κλασικά, κυνηγητό, κρυφτό, ξελευτερωτό.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios