Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 46, Αύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2006)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΜνήμες Καλοκαιριού - μέρος β, η διαμονή στο χωριό

του Γιάννη Ν. Ζαννή

Αλλά σε κείνη την αθώα ηλικία, όλα γύρω σου εντύπωνονται ανεξίτηλα στην ψυχή σου. Όλα: το λεωφορείο, που, όταν έφτανε νωρίς το απόγευμα, τρέχαμε ξωπίσω του σχεδόν όλοι οι πιτσιρικάδες για να παρατηρήσουμε την αποβίβαση των νεοαφιχθέντων χωριανών, την εκφόρτωσι των αποσκευών, την παράδοσι των παραγγελιών, τις στιχομυθίες του οδηγού ή του εισπράκτορα με τους χωριανούς ...

Η ησυχία του μεσημεριού, που συνήθως οι πολύ πρωινοί στην αφύπνιση τους χωριανοί ξεκουράζονταν λίγο. Η απόλυτη εκείνη ησυχία, την οποίαν απολάμβανα, καθώς δε μου κόλλαγε ύπνος το μεσημέρι, διακοπτόταν από το κακάρισμα των ορνίθων και το κάλεσμα των ιδιοκτητών τους (τρουί-τρουί) και τον ήχο από το καλαμπόκι που έριχναν για να τις ταΐσουν ...

Η ώρα του δειλινού, που μένει και η ομορφότερη στην παιδική μνήμη. Γύριζαν "τα καραβάνια" των γεωργών από τα χωράφια, με τους σκύλους (όσοι είχαν σκύλους) να προπορεύονται, να ακολουθούν οι αγελάδες και τελευταίοι και καταϊδρωμένοι, κυριολεκτικά και ως σχήμα λόγου, οι γαδάροι, φορτωμένοι με τους εποχιακούς καρπούς (καρύδια, αμύγδαλα, σύκα) ή με δρυ για τις κατσίκες ή άχυρα για τους ίδιους.

Ήταν η ώρα που, όταν είχε "μερολόι" επέστρεφαν τα "χτήματα" από τη βοσκή (θυμήθηκε εκείνο το υπέροχο κείμενο του "Πάροικα", σε παλαιότερο φύλλο, για τον μακαρίτη τον Αντώνη) και στο χωριό αντιλαλούσαν τα βελάσματά τους, συντροφευμένα από τα μουγκανητά των αγελάδων και τα γκαρίσματα των γαδάρων. Αρμονική σύνθεση μιας ζωής κοντά στη φύση, μιας ζωής πιο ανθρώπινης, ενός κόσμου που εκινείτο όπως τον έφτιαξε ο Θεός, με όλες τις δυσκολίες που υπήρχαν.

Μα πάντα εκείνο που ομόρφαινε το χωριό - δεν θα πάψω να το λέω - ήταν και είναι οι ίδιοι οι χωριανοί, που πολλοί απ αυτούς δεν είναι πια εν σαρκί ανάμεσα μας.

Οι γνώριμες φωνές,"Πέρα 'κει", "Απέσω 'κει", "Κάτω 'κει", σε κάθε γειτονιά του χωριού. Οι νοικοκυρές ετοίμαζαν το βραδινό, οι άνδρες ξεφόρτωναν τα ζωντανά με τη βοήθεια και των γυναικών και των παιδιών, η παροστιές έμπαιναν σε λειτουργία και σου τρυπούσαν τα ρουθούνια η μυρωδιά της τηγανητής πατάτας ή μελιτζάνας ή, σπανιότερα, του κεφτέ. Και οι νοικοκυρές πάντα πρόθυμες να μας προσφέρουν μεζεδάκι. Τα πειράγματα μεταξύ των μεγάλων να συμπληρώνουν την εικόνα μιας ζωντανής κοινωνίας, μιας κοινωνίας ανθρώπων και όχι μηχανών.

Η Εκκλησία βέβαια, ήταν το κέντρο της ζωής της κοινότητας. Οι φιλακόλουθοι χωρικοί δεν εμποδίζονταν από τον κάματο της γεωργικής εργασίας να προσέρχονται στον Οίκο του Θεού για να Τον ευχαριστήσουν και να Τον ικετεύσουν.

Αξέχαστες οι βραδιές του Δεκαπενταύγουστου, όταν ανεβαίναμε για τις παρακλήσεις της Παναγίας. Θυμάμαι τα χρόνια που δεν υπήρχε ηλεκτρικό, όταν, τις ασέληνες νύχτες, ήταν ολοσκότεινα και εκινούντο οι άνθρωποι με τα λαδοφάναρα και τους φακούς. Οι λάμπες "λουξ" εξέπεμπαν τον πιο δυνατό φωτισμό και όπου εμφανίζονταν τέτοια λάμπα, τρέχαμε σαν τις πεταλούδες γύρω της μικροί και μεγάλοι. Η Εκκλησία, όμως, ήταν πολύ πιο κατανυκτική με το φως των κεριών των παλιών πολυελαίων που δεν ήταν ηλεκτρικοί. Όλα ήταν πιο κατανυκτικά, ο ναός, οι παλιές τοιχογραφίες, οι ψάλτες, ο άγρυπνος φύλακας του ναού, ο μπάρμπα Νικόλας ο Κοτσάτος, το φως τών κεριών η ευλάβεια τών ανθρώπων.

Μέσα στο Δεκαπενταύγουστο, έχουμε βέβαια, και το πανηγύρι του Σωτήρος.

Τότε οι πανηγυριώτες πήγαιναν με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια στα πανηγύρια. Και, βέβαια, έτσι πηγαίναμε και στον Εγρηγόρο. Έχω πολλά χρόνια να βρεθώ στο πανηγύρι. Ωστόσο, πάντα μένει αξέχαστο το ρεβυθοπίλαφο του Μιχαληνού και η Αβραμιαία φιλοξενία   στο   σπίτι   των  αείμνηστων  θείων μου  Παντελή  και

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios