Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 46, Αύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2006)

ΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟΜνήμες Καλοκαιριού - μέρος β, η διαμονή στο χωριό

του Γιάννη Ν. Ζαννή

Ευγενίας Τακτικού, ένα από τα πιο φιλόξενα σπίτια της κοινότητας, απ' όπου παρήλασαν κόσμος και κόσμος και όχι μόνο στο πανηγύρι του Χριστού.

Τα καφενεία, που λειτουργούσαν και σαν μπακάλικα, ήταν τρία σε πλήρη λειτουργία την εποχή όπου αναφερόμαστε. Του Γιώργη τού Σαραντινού(Μώρου), της Σοφίας, στο Χιονάδο και του Κωστή του Σιταρά στο Φτενάδο. Για τους χωριανούς ήταν ο τόπος συναντήσεως, που θα έπιναν το βραστικό ή τη σούμα τους, θα κουβέντιαζαν, θα παίζανε καμιά πρέφα, θα ξεκουράζονταν από τον καθημερινό μόχθο.

Εμείς δεν είχαμε τότε αυτές τις ανάγκες. Μας χρησίμευαν για καμιά σοκολάτα, κανένα αναψυκτικό, ή έπρεπε να πάμε για ψώνια που μας έστελναν οι κηδεμόνες μας. Όμως, οι ίδιοι οι ιδιοκτήτες είχαν αντιληφθεί το ρόλο τους μάλλον ως ένα κοινωνικό διακόνημα απαραίτητο για τη ζωή του χωριού, παρά σαν κερδοφόρα επιχείρηση. Σκεφτείτε, ότι ο μακαρίτης ο μπάρμπα Γιώργης ο Σαραντινός, όταν είχε λ. χ. ρέγγες, είδος που δεν έρχονταν συχνά, αν του ζητούσες περισσότερες από δύο απαντούσε : "μωρέ άμα τις πάρεις όλες εσύ οι άλλοι ίντα θα πάρουν;" και αρνείτο να ικανοποιήση την … πλεονεξία του πελάτη του.

Το καφενείο του Κωστή του Σιταρά, ωστόσο, είχε, τουλάχιστον για μας από το Κάτω Χωριό, κάτι το ξεχωριστό: ήταν απόλυτα συνδεδεμένο με τις Κυριακές.

Η Κυριακή είναι για μας τους ορθόδοξους μία ξεχωριστή μέρα, όπως την αναφέρει και το όνομα της : Κυρία και Βασιλίς. Με τα καλά τους ρούχα καθαρά, οι χωριανοί ανέβαιναν στον Άγιο Γιάννη για την Ευχάριστιακή Σύναξι, την υπόμνησι στούς αιώνες της Λαμπροφόρου ημέρας της Αναστάσεως. Μπορεί πολλοί να εκινούντο χωρίς επίγνωσι, όχι όμως χωρίς πίστι και ευλάβεια, τη μακαρία  εκείνη  λαϊκή ευλάβεια, που γίνεται δεκτή από τον Κύριο

ως οσμή ευωδίας πνευματικής.

Η συνέχεια της θείας λειτουργίας ήταν η σύναξι στον αυλόγυρο - που, όπως ίσως γνωρίζετε, στάθηκε η αιτία για την οποία ονομάσαμε έτσι την εφημερίδα μας, "Αυλόγυρο", γιατί ήταν και ο χώρος ειδησεογραφίας, κοινώς κούς κούς. Κατόπιν, λοιπόν, ξεκινούσαμε και το καφενείο του Κωστή του Σιταρά. Οι μεγάλοι για τον καφέ τους, εμείς για φορολογία, απλώς. Γνώριμες στιχομυθίες: "παππού, θέλω μια σοκολάτα και μια γαζόζα ", " Κωστή, δώς του ότι θες και πε μου να σε πλερώσω".

Και κατόπιν κατεβαίναμε από το αμαξωτό στο Κάτω Χωριό για να αλλάξουμε ρούχα και να συνεχίσουμε το παιχνίδι, που δε γνώριζε καθημερινές και σχόλες.

Θα ήθελα να συνεχίσω, περιγράφοντας αναμνήσεις διακοπών από τα εφηβικά χρόνια της γενιάς μου, αλλά ο χώρος δεν θα επαρκέση. Έτσι, συν Θεώ, θα συνεχίσουμε στο επόμενο φύλλο. Βέβαια τότε θα είναι καταχείμωνο, αλλά δεν πειράζει. Ας υπάρχει κάτι που να θυμίζη την άνοιξι και το καλοκαίρι που θα ξανάρθουν.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios