Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 11ος, ΤΕΥΧΟΣ 47, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 2006 - Ιανουάριος 2007)

 Ε θα γίνεις ποτέ σου ...άνθρωπος!

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Είναι κάποιες μορφές που πέρασαν από τον τόπο μας και άφησαν την παρουσία τους για πάντα ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μας. Όχι απαραίτητα γιατί κάτι σπουδαίο άφησαν πίσω τους, όχι γιατί άλλαξαν την ιστορία των χωριών μας θετικά ή αρνητικά, αλλά γιατί αυτή καθ' εαυτή η μορφή τους, η συμπεριφορά τους, οι πράξεις τους, ήταν ιδιαίτερες, μοναδικές, διαφορετικές από τα κοινώς αποδεκτά, χωρίς ποτέ να ξεπερνούν τα όρια της ευπρέπειας και της ηθικής. Αυτό τους κάνει ξεχωριστούς κι ανεπανάληπτους στην ιστορία των χωριών μας

Κατά καιρούς έχουμε σκιαγραφήσει τέτοιες μορφές στις σελίδες τού "Αυλόγυρου" έτσι που να μείνουν στις ερχόμενες γενιές, τώρα που η παράδοση από στόμα σε στόμα ολοένα χάνεται και μαζί τους κινδυνεύουν να χαθούν και οι μορφές αυτές.

Μια τέτοια μοναδική μορφή ήταν κι ο "Μιχάλας". Ανθρωπος θεόρατος, βουνό ολάκερο, - γι' αυτό τού 'δω-σαν και το παρανόμι "Μιχάλας"- ένας αγαθός γίγαντας, που είχε, όπως όλοι οι ιδιαίτεροι άνθρωποι, διάφορες εμμονές.

Αυτός ο αγαθός γίγαντας, με την επιβλητική σωματική διάπλαση ήταν κι αβάρετος στη δουλειά. Πολλές εύθυμες ιστορίες συνοδεύουν τη φήμη του που έχουν σχέση με την απλότητα και την αγαθοσύνη του. Ιστορίες που από μικρά παιδιά τις ακούγαμε σαν παραμύθι από τους μεγάλους. Οι διηγήσεις εύθυμων ιστοριών, εξ άλλου, που αφορούσαν πρόσωπα που γνωρίζαμε ήταν για μάς το θέατρο και ο κινηματογράφος. Τα... σκηνικά και τα...κοστούμια που έλειπαν, φρόντιζε η φαντασία μας να τα αναπληρώσει.

Οι περισσότερες ιστορίες τού Μιχάλα αφορούν στη σχέση του με τον Αράπη, ένα μικροκαμωμένο γαϊδουράκι, ένα μίζερο ζωντανό, που δεν είχε κουράγιο μήτε το σανό του καλά-καλά να μασήσει! Πώς πήγε κι έμπλεξε με τούτο ... τ' απολειφάδι, αυτό το βουνό, πράμα παράξενο. Από συμπόνια θα το πήρε. Δεν εξηγείται αλλιώς!

Αναρίθμητες ιστορίες συνοδεύουν αυτό το παράξενο δίδυμο. Το δίδυμο του θεόρατου αγωγιάτη με τον μικρόσωμο γαϊδουράκι.

Σαν τον πρωτοπήρε ο Μιχάλας βάλθηκε να τον κάνει θεριό, όπως ήταν κι ίδιος. Το τάιζε καλά πρωί-βράδυ και στο χωράφι το έδενε και τον  μετάδενε  στις  καλύτερες  βόσκιες. Τού  'δινε  κάθε

βράδυ ένα περιποιημένο "κάρτο" με καρπό, πότε κουκιά, πότε ζερβέλι, πότε κριθάρι.

-Να το πιάσει το ζωντανό γιατί το χορτάρι δεν του 'βουθά, έλεγε ο αγαθός Μιχάλας, σ' όποιον τον ρωτούσε για το "μισοψημένο" ζωντανό που του 'λαχε στο δρόμο του.

Μα τα δόντια του μήτε τον καρπό δεν είχαν το κουράγιο να κόψουν. Είδε κι απόδε τ' αφεντικό του και, αφού κατέληξε στο ασφαλές συμπέρασμα πως "τα κουκιά εν τα κόβγει", αποφάσισε να τού δίνει πίτερα κι αυτά βρεγμένα. Ήλπιζε πως μια μέρα, αργά ή γρήγορα θα πάρει τ' απάνω του, θα γίνει λαμνάτο ζωντανό γεμάτο δύναμη, σφρίγος και νεύρο.

Μάταιος κόπος, όμως. Ήταν απ' τη φύση του μικρόσωμο κι ότι κι αν έκανε τ' αφεντικό του δεν επρόκειτο να μεταβάλλει τη γονιδιακή του καταβολή. Η φύση το 'χε κατατάξει στη ομάδα τών μικροκαμωμένων. Μια ομάδα που κι αυτή έχει τη θέση της, στη βιολογική αλυσίδα. Ακόμη και για ζωντανά που η δύναμη και η αντοχή είναι το κύριο ζητούμενο, όπως είναι τα γαϊδούρια, πρέπει να υπάρχουν μερικά με μικρό δέμας, έτσι για να υφίσταται μέτρο σύγκρισης.

-Μικρόσωμο ζω, μπόσικο, έλεγε και ξανάλεγε τ' αφεντικό του.

Ένα μικροκαμωμένο γαϊδούρι, ήταν λοιπόν, ο "Αράπης" -έτσι το φώναζε, από το χρώμα τού δέρματος του-από τη φύση του κι όσο φαΐ κι αν το τάιζε τ' αφεντικό του δεν επρόκειτο ν' αλλάξει. Πέρασαν κάμποσοι μήνες μέχρι να το συνειδητοποιήσει ο αγαθός "Μιχάλας". Κι όταν το συνειδητοποίησε αποφάσισε να βάλει τη δική του ρώμη αρωγό στην αδυναμία και την φυσική ανημπόρια τού υποτακτικού του.

Ένα βροχερό απόγευμα, λοιπόν, τον καιρό τών ελιών, το βαρυφορτωμένο με δύο θεόρατα τσουβάλια ελιές υποζύγιο, αγκομαχούσε καθώς ανηφόριζε την απότομη φιδωτή ανηφόρα της Περασιάς. Σε κάθε δύσκολο σκάλωμα ο "Μιχάλας" έβαζε τον ώμο του στα καπούλια τού ζωντανού και το 'σπρωχνε με όση δύναμη είχε για να καταφέρει να υπερβεί τα σκαλώματα.

Λίγα μέτρα πιο πίσω ακολουθούσε ο Αντώνης ο Βουρνούς, που γειτόνευε με το "Μιχάλα". Γύριζε κι εκείνος στο χωριό μετά από μια  κουραστική μέρα στο  χωράφι. Ο  Αντώνης,  καθισμένος  στο


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios