Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 1ος, ΤΕΥΧΟΣ 4, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 1996)

ΣΑΝ ΤΟΥ ΔΡΥ ΤΑ ΦΥΛΛΑ

της Μαρίας συζ Δ. Κατσαρού

Μαμά γιατί κλαίς; Τα ματάκια τού γιού μου με κοιτάνε με απορία. Αντε τώρα να βρεις λόγια να χωρέσουν μέσα στο επτάχρονο μυαλουδάκι του, τα συναισθήματα που με πλημμυρίζουν σ' αυτή τη ζεστή γωνιά τής γης που πέρασα όλα τα ζεστά, παιδικά καλοκαίρια μου.. στο αλώνι μας. Κρατώ το χεράκι του σφιχτά και η θύμηση μου ταξιδεύει κάπου τρείς δεκαετίες πριν, και θαρρώ πως κρατώ το χεράκι τού μικρού αδερφού που στην ηλικία τού γιού μου ήξερε κιόλας τι θα πει δουλειά. Γιατί στο αλώνι, όπως και στις ελιές, μικροί μεγάλοι βοηθούσαν.

Αγνώριστος ο τόπος. Η μπουλντόζα που χώρισε το χωράφι στα δύο για να "περάσει ο δρόμος", έσβησε θαρρείς στο περασμά της όλα τα σημάδια που η μνήμη κρατούσε φυλαχτό ενάντια στην αποξένωση και το χρόνο. Μού φαίνεται απίστευτο το ότι πέρασα τρείς φορές από το ίδιο σημείο χωρίς να το γνωρίσω. Την τέταρτη φορά μάς τόδειξε (!) ένας συγχωριανός μας, μετανάστης και κείνος, συνταξιούχος τώρα πια, που μοιράζει τον χρόνο του ανάμεσα στο χωριό και την ξενιτιά. Το δρύ μας η μπουλντόζα δεν τον άγγιξε. Επιθυμία τού πατέρα: "Περάστε απ όπου θέλετε, μη χαλάσετε το αλώvι και το δρυ." Τώρα μού φάνηκε πως θέριεψε το νιό δενδράκι, μέστωσε κι η πρασινάδα του μου φάνηκε ακόμη πιο όμορφη μέσα στην κάψα και τη ξεραίλα τού καλοκαιριού.

Κάτω απ' αυτό το δρυ, έστρωνε η μάνα το μεσημεριανό τραπέζι. Φαί πεντανόστιμο από τα χέρια τα κουρασμένα από μέρες και μέρες θέρους Το "συκλί" το κρέμαζε σε κάποιο κλαδί ώσπου νάρθει η ώρα να φάμε. Εμείς ένας-ένας με τη σειρά να μετράμε τις "βουκιές" μας και ν' αγναντεύουμε με λαχτάρα στην "όξω πάντα" το καραβάνι με τούς τυχερούς που είχαν "απολωνίσει", να κατεβαίνουν κατά τη θάλασσα.

Τώρα τ' αλώνι γέμισε αγριόχορτα. Μάταια ψάξαμε να βρούμε τη

"λουκάνη", σε μια τελευταία απόπειρα να δείξουμε κάτι το χειροπιαστό από τα παιδικά μας βιώματα στο παιδί μας, που μεγαλώνει με εντελώς διαφορετικά ερεθίσματα. Πώς να δείξω στο γιό μου την εικόνα της μνήμης μου, όπου τ' αλώνι είναι γεμάτο χρυσόξανθα στάχυα, η θυμωνιά δίπλα ολόκληρο ύψωμα, οι γονείς νέοι κι ολόγεροι κι εμείς, παιδιά με τα μαλλιά γεμάτα σκόνη και την καρδιά ξέχειλη από χαρά και ξεγνοιασιά.

Ανάκατες οι σκέψεις και οι αναμνήσεις με μελαγχολούν. Πού είναι το πολυπατημένο μονοπάτι με το χώμα το ψιλό σαν άχνι; Πού είναι η πηγή με τ' ολόδροσο νερό (ένα δρομολόγιο τακτικό τις καυτές καλοκαιρινές μέρες); Πού είναι οι διαβάτες με τούς λιγόλογους μα εγκάρδιους χαιρετισμούς; Πού πήγαν όλοι χωριανοί; Πώς σκορπίσαμε έτσι εμείς; Σαν τού δρυ τα φύλλα πούλεγε η συχωρεμένη η γιαγιά.

Το αλώνι

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios