Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 3ος, ΤΕΥΧΟΣ 11, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1997 - Ιανουάριος 1998)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΗ καμπάνα τού εσπερινού

του Γιώργου Β. Κεφάλα

'Ηταν οι μέρες εκείνες που η Λότζα γνώριζε τις αλλοτινές της δόξες. Η μικρή πλατεία φιλοξενούσε ακόμα μια φορά τον κόσμο της. Στο ξατάκι τού Τακτικού μόλις ακουμπούσε ο Κωνσταντής ο Βορριάς. Στα δυο του χέρια είχε παντοτινό σύντροφο το μπαστούνι του. Σε μικρή απόσταση, καθισμένος στο πεζούλι τού Κωστή τού Κατσαρού, ο γέρο Βασιλάκης (Κοτσάτος) χάιδευε το μακρύ κάτασπρο μουστάκι του. 'Ορθιοι, γέρνοντας λίγο προς τα πίσω, στο ίδιο πεζούλι ο γέρο-Μιμίκος(Καρούσης) κι ο γέρο-Γιάνναρος(Κεφάλας) είχαν βαθυστόχαστη κουβέντα απ' ώρα. Οι τρεις πρώτοι ήταν βρακάδες, ο τέταρτος φραγκοφορεμένος. Τούτος, ο γέρο-Γιάνναρος, τούς έλεγε κουνώντας τα μακριά χέρια του: "Μα τω Θεώ, αν ούτως πράττωμεν Θεού κι ανθρώπων αρέσωμεν". Εκείνη τη στιγμή προσπερνούσε μπροστά τους ο Γιάννος ο Μαυράγγελος, η Κολώνα τής Λότζας, όπως τον λέγανε κοροίδευτικά. Κοντοστέκεται και λέει στο Γιάνναρο. "Ε, κουμπάε, εσύ που 'χεις τη μούρη σου μέρα νύχτα μέσα στις φυλλάδες, τί α πα να πει ευτό που 'πες;" Η απάντηση ήρθε απ' το γέρο-Μιμίκο σε ύφος περιπαιχτικό. "Και που ήθελες βρέ να 'χει τη μούρην του; Μέσα σε κάνα συκόπιθο, σαν ελόου σου;" Και ξέσπασαν όλοι μαζί σε βροντερά γέλια.

Λίγο πιο πέρα εμείς, κορίτσια κι αγόρια κλωτσούσαμε ένα κονσερβοκούτι. 'Ηταν η μπάλλα στο παιχνίδι μας. Ο θόρυβος ενοχλούσε τού γέροντες και δεν τούς άφηνε για ν' ακούσουν ο ένας τον άλλο. Κάποτε αγανακτισμένοι μάς έδειξαν τα μπαστούνια τους απειλητικά. Ποιός όμως τούς λογάριαζε, αφού λόγω ηλικίας είμαστε στα πόδια ασύγκριτοι μαζί τους; Φαίνεται πως ο Αι Γιάννης τούς λυπήθηκε γιατί ξαφνικά η καμπάνα σκόρπισε μεγαλόπρεπα τον αχό της, σημάδι ότι ο καιρός για κουβέντα και λογής παιχνίδια έπρεπε να λάβει τέλος.

Πραγματικά, το κάλεσμα για την κοινή εσπερινή δέηση έφερνε και το τέλος τής ημέρας. Οι γέροντες έκαμαν το σημείο τού σταυρού. Εμείς ντραπήκαμε και σταματήσαμε το κλοτσοσκούφι. Σειρά είχαν οι μανάδες μας που μάς καλούσαν με φωνές πίσω στα σπίτια μας για να μάς ετοιμάσουν για τον εσπερινό. "'Ελα βρε να πλυθείς, πού θα πας έτσι σαν γύφτος;" Κι ακόμα. "Γρήγορα έλα δω και θα σε συγυρίσω". Και τέλος: "Πότε θα πάμε βρε στον εσπερνό, άμα θ' απολύκει;" Το παραπάνω σκηνικό ήταν συνηθισμένο, αργά κάθε δειλινό που η καμπάνα μάς καλούσε ν' ανηφορίσομε στην ιερή κατοικία τού προστάτη τού τόπου μας.

Ενα τέτοιο δειλινό, αρχές τής άνοιξης και τής Μεγάλης Σαρακοστής μεσούσης, πήραμε και πάλι το δρόμο για την εκκλησιά. Οι κατωχωρούσοι βάδιζαν παρέες-παρέες. Κάποιες γερόντισσες είχαν ανάψει τα λαδοφάναρά τους, πράγμα απαραίτητο, γιατί ο ηλεκτρισμός ήταν άγνωστος ακόμα στα μέρη μας. Στη μεγάλη πόρτα τής εκκλησιάς, τα φανάρια έσβησαν και τα καπέλα με τις μαντίλες έφυγαν,αποκαλύπτοντας τα κεφάλια μικρών και μεγάλων. Κατόπιν ανάβαμε το κερί, κάναμε τρεις μετάνοιες μπροστά στο μεγάλο εικονοστάσι κι ακολουθούσε ο ασπασμός τών εικόνων. Τέλος, οι γυναίκες στ' αριστερά κι οι άντρες πάντοτε δεξιά.

Εμείς, τα μικρά αγόρια τής εποχής εκείνης, συνηθίζαμε να στεκόμαστε όρθιοι δίπλα απ' τα ψαλτήρω, κοιτάζοντας καταμπροστά την ωραία πύλη και τις μεγάλες παμπάλαιες εικόνες τού τέμπλου. 'Ορθιος , λοιπόν, κι εγώ στ' αριστερό ψαλτήρι, παρακολουθούσα τα δρώμενα σ' εκείνο τον εσπερινό. Τα στασίδια άλλωστε ήταν μόνο για τούς μεγάλους και στο ιερό για να βοηθήσεις έπρεπε να 'σαι από νωρίς. 'Υστερα, τη μέρα 'κείνη τον παπά-Βασίλη διακονούσαν ο Πέτρος ο Μοσχούρης  κι  ο Γιάννης ο


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios