Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 3ος, ΤΕΥΧΟΣ 11, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1997 - Ιανουάριος 1998)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΗ καμπάνα τού εσπερινού

του Γιώργου Β. Κεφάλα

τού ιερού περιμένοντας τη σειρά του. Αλήθεια, τι μάχες γίνονταν μεταξύ μας για το ποιος θα καθόταν σ' αυτήν, όταν τις σκόλες ο παπάς διάβαζε απ' την ωραία πύλη την εξήγηση τού Κυριακάτικου Ευαγγελίου. 'Ετσι και τώρα ξεκουραζόταν από τη συνεχή ορθοστασία. Φαίνεται όμως πως άκουσε το θόρυβο και τα μισοπνιγμένα ιερόσυλα γέλια μας, και εμφανίστηκε στην ωραία πύλη κοιτάζοντας το εκκλησίασμα επιτιμητικά. Αυτό ήταν το τέλος στο χάσμο, μα κι η συνέχεια στο τυπικό τού εσπερινού.

Το "Νυν σπολύεις το δούλο σου Δέσποτα... " δεν άργησε να 'ρθει απ' το στόμα τού παπά. Τούτο ήταν το σημάδι, τις μέρες που 'χε άρτους, για να "μπουκάρομε" στο ιερό. Σχεδόν όλα τ' αγόρια πηγαίναμε. Εκεί μάς έβαζε σε τάξη ο μόνιμος και πιστός υπηρέτης τού μεγαλόχαρου, Νικόλας Κοτσάτος. Πρώτα ξερόβηχε δυνατά, κι ύστερα μάς έλεγε: "Κάτσετε αναπαμένοι μωρέ βρωμόζα". Σε λίγο πλησίαζε και ο παπά- Βασίλης. Αφού μάς έλεγε, "εμπάτε σε σειρά βρε μπουρμάδες", άνοιγε προσεχτικά την Αγία Πρόθεση κι έβγαζε τον άσπρο χωραίτικο άρτο. 'Υστερα, έκοβε μεγάλες φέτες και μάς ης μοίραζε, αφού πρώτα τού φιλούσαμε το χέρι. Αλίμονο όμως σ' αυτόν που 'χε εντοπίσει να μην είναι φρόνιμος κατά τη διάρκεια τού εσπερινού. Ο ατυχής θα 'παιρνε βέβαια τον άρτο του, αλλά παράλληλα εισέπρατε και μια "φιλοφρόνηση" από τα περίφημα "καρύδια" τού αυστηρού γέροντα.

Η ώρα ήταν πια περασμένη. Ο κόσμος έβγαινε μαζικά απ' ης δυο εξόδους τής εκκλησιάς. Ο αγέρας κατέβαινε δυνατός και παγωμένος απ' την Αμανή. Η πασχαλιά, μπροστά στην πόρτα τού αντρίκειου, έγερνε σα να υποκλίνονταν στον κόσμο που έφευγε. Ο γιγαντοπλάτανος, όμως, αντιστεκόταν στον αγέρα μ'  έναν  υπόκωφο  αχό.  Κάποια  λαδοφάναρα  έσβησαν,  κι  οι

γριούλες έβγαλαν για να τ' ανάψουν τρέχοντας στις γωνιές τού αυλόγυρου και ψιθυρίζοντας παραπονιάρικα, "ανόρπιστο να σ' εύρει, Θε μου συχώρεσέ μου".

Αφήσαμε πίσω την εκκλησιά βουτηγμένη στην ιερή σιωπή της. Πήραμε το μονοπάτι για το Κάτω Χωριό. Κάθε λίγα μέτρα κάποιο λαδοφάναρο έριχνε ης αχαμνές αχτίδες του. Βαδίζαμε και βαδίζοντας ο αγέρας έπαιρνε τις παιδικές φωνές και τα χάχανα για τα περιστατικά. 'Υστερα, σ' αυτή την ηλικία, έγνοιες όπως τής προσευχής και τής κατάνυξης ακούγονται παράξενα.

Αναλογίζομαι πώς όλα αυτά ξεκίνησαν με το προσκλητήριο τής καμπάνας τού εσπερινού. Αυτή η ίδια καμπάνα, άλλοτε κρεμασμένη στο ροζιασμένο πλάτανο κι' αργότερα στο καμπαναριό με το κάλεσμά της, πόσες φορές δεν άφησε τα ίχνη απ' το "αχολόι της" βαθιά μέσ' την ψυχή μας.
Ο μακαριστός παπά Βασίλης

Ο μακαριστός παπά Βασίλης.

Η αυστηρή του μορφή δέσποζε την εποχή εκείνη στους κατανυκτικούς εσπερινούς.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios