Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 3ος, ΤΕΥΧΟΣ 7, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1996 - Ιανουάριος 1997)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΣτο αλαιτρουβειό

του Γιώργου Β. Κεφάλα

στο πλακωτάρι κι' όσον εσφίγγαμε τόσον εκατήβαινε κι' επλάκωνε τις πεσέτες. Οχονού έρχιζεν να τρέχει το λάδι απέ το ραξούνι που είχε το στειράκι στο κάτω μέρος μέσα στη ξ΄θλινη σκάφη πούχε δυό γούρνες. Για να βοηθήσουμε να τρέξει το λάδι ερίχναμε και βραστό νερό. Τη βαρυχειμωνιά επερεχούσαμε τις πεσέτες με πιότερο βραστό νερό γιατί το λάδι παγώνει γλήγορα.

Μέσα στη σκάφη λοιπόν έτρεχε λάδι και νερό στη μια γούρνα. Μόλις εγιόμιζεν η μιά, τότες το λάδι σαν πιόν αλαφρύ έπεφτε στην άλλη. Ετσι να ο κάθε νοικοκύρης απε τη γούρνα με το λάδι εγιόμιζε τα δοχεία του κι' έφηνε την αμούργη κάτω-κάτω".

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Πόσες φορές εσφίγγουντα η κάθε φορτωσιά;

Λ. ΒΟΥΡΝΟΥΣ: "Κάθε φορτωσιά εσφίγγουντα δυό φορές. Τη δεύτερη φορά εσφίγγαμε μέχρι να βγάλουν οι πεσέτες αφρούς. Τούτο ήτα το σημάδι πως το σφίξιμο είχε τελειώσει"

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Με τα χοντρόλαδα και την αμούργη τι εκάμνετε ;

Λ. ΒΟΥΡΝΟΥΣ: "Οταν ο νοικοκύρης ετέλευγε με το μάζεμα του λαδιού, εμείς εμαζεύαμε τα χοντράδια και τα βάλαμε σ' ένα ξύλινο βαρελάκι, τον αμουργολόγο, πούταν απάνω σε μια ξύλινη βαρέλα δίπλα στο στειράκι. Αν είχεν απομείνει καθόλου λάδι μέσα στα χοντράδια, έσταζε στη βαρέλα. Τούτο ήτο και το κέρδος μας. Η πλερωμή μας , το λινιάτικο, επάαινε με τις φορτωσιές. Τότες επαίρναμε το μεροκάματο 5-6 οκάδες λάδι στις 100. Κάθε μέρα εκάμναμε 5-6 φορτωσιές. Η δουλειά έρχιζε απέ τις 4 η ώρα το πρωϊ μέχρι τις 8 το βράδυ. Μερικοί καλοί νοικοκύρηδες εκόβα 5-6 μέρες στη σειρά"

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Που ήτο το καζάνι με το βραστό νερό;

Λ. ΒΟΥΡΝΟΥΣ:"Οξω απέ τ'αλαιτρουβειό είχαμε στη φωτιά ένα καζάνι με νερό. Οπως είπαμε το νερό το θέλαμε για να βρέχομε τις πεσέτες. Μια φορά έκοβεν ελιές ο γέρο-Γιώργης ο Σιταράς. Εμείς εβιαζούμεστε  και του φωνάζαμε μπάρμπα-Γιώργη φωτιά-αα!!!  Ο

γέρος εσύμπαλλε. Εφόριεν όμως σέλλες. Μια σπίθα επετάχτη στη σέλλα του γέρο. Οχονού οι σέλλες επήρα φωτιά. Μπήγει τις φωνές. Τότες πέφτομεν όξω και τον εσβύσαμε"

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Την οξύτητα του λαδιού δε την εμετρούσετε;

Λ. ΒΟΥΡΝΟΥΣ: "Στις πολυκαιρεμένες ελιές το λάδι δεν έβγαινεν εύκολα. Την ελιά πρέπει να τη κόβεις για νάναι το λάδι αλαφρύ. Παλιά τις οξύτητες δεν τις ηξαίραμε γιαυτό ο καθένας έκοβεν όποτε ήθελε. Υπήρχαν νοικοκύρηδες που ελέα - ά δε με κάψει το λάδι στο λαιμό εγώ δε το καταλαβαίνω - φαντάσου πόσες οξύτητες είχε. Το πρώτο λάδι που έβγαζε ο νοικοκύρης απε τη πρώτη φορτωσιά ήτα το ασταύρωτο, ευτό που λένε σήμερα παρθένο".

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Απέ φαί και πιοτί πως τα πηαίνετε;

Λ. ΒΟΥΡΝΟΥΣ: "Το πρωί η γυναίκα του κάθε νοικοκύρη που έκοβεν, έφερνε ανηβατούς ή λειψούς τηγανίτες με πετουμέζι. Το μεσημέρι ήρχουντα το φαί. Αλλος έφερνε κουκιά, φασόλες ή ροβύθια με σάρδες. Πότε πότε είχαμε και καμιά στραβόρεγγα πάντα όμως μπόλικο κρασί. Το αλαιτρουβειό ήτο γεμάτο απέ κόσμο. Αλλοι ήταν εκεί γιατί εκόβαν κι' άλλοι γιατί κάθε μέρα είχαμε καλαμπούρια. Εκεί ν' ακούσεις ιστορίες και πλάκες".

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Πρί ζέψετε τα μουλάρια είπες μου πως οι νοικοκύρηδες που εκόβα εγυρίζα και το μύλο; Καλά τι επρωτοκάμνα;

Λ. ΒΟΥΡΝΟΥΣ: "Ε.ίπαμε πως εγυρίζα το κύλιδρο μα επαίρνα κι' εργάτες για νάχου βοήθεια. Θυμούμε μια φορά είχαμε το μακαρίτη το Νικόλα το Τσανάκα (Σιταράς) κι' εγύριζε το κύλινδρο. Εκείνη την εποχή δεν είχε αρχίσει να φτιάχνει το Μαζινώ στου Μερμήκι κι' εδούλευγε εργάτης. Εκεί λοιπόν που εγύριζε το μύλο ο Νικόλας, επααίναν οι άλλοι από πίσω και του παίζα κάτι ξεκουντίδια θεόφοβα. Ο Νικόλας έπεφτε το λοιπό μπρούμυτα   μέσα   στη   πυρήνα.   Μόλις   εσηκώνουντα  απάνω,

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios