Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 3ος, ΤΕΥΧΟΣ 8, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 1997)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΣτο πατητήρι του Τσούβαλου

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Ν. ΖΑΝΝΗΣ: "Το πρώτο που εκάμναμε ήτο να στερεώσωμε τη τσιρμούλα χρησιμοποιώντας μακριές βέργες τα λεγόμενα ζωνοκλήματα. Εμπήγαμε την άκρη της βέργας του ζωνοκλήματος στο απάνω μέρος για να μη σκορπίσει η τσιρμούλα και σιγα-σιγά εζώναμε όλη τη τσιρμούλα. Η μιά ζώνη απέ την άλλη είχεν απόσταση 5-7 πόντους. Οι βέργες των ζωνοκλημάτων εμπαίνα σταυρωτά ώστε να στερεωθεί η τσιρμούλα. Οταν ετέλεψε το δέσιμο της τσιρμούλας, εβάζαμε τη καλαμωτή διπλωμένη απάνω στη τσιρμούλα με τέτοιο τρόπο ώστε αργότερα με το που εβάζαμε τον αργό να μπορεί να πιέζει την καλαμωτή και βέβαια τη τσιρμούλα σ'όλα τα σημεία."

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Τόσην ώρα δε μούπες για το μούστο αν έτρεχε και πού;

Ν. ΖΑΝΝΗΣ: "Ο μούστος έτρεχεν απέ την αρχή του πατήματος και ύστερα όταν εφτιάχναμε τη καλαμωτή συνέχεια μέσα το πολύμι. Ας αφήκομε όμως το μούστο για να πούμε για τον αργό."

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Τι δουλειά έκαμνε το λοιπόν ο αργός;

Ν. ΖΑΝΝΗΣ: "Στο πίσω μέρος του τοίχου του πάτου υπήρχε μια θυρίδα η αργοφωλιά. Εκεί μέσα έμπαινε η άκρια του αργού. Ο αργός ήταν ένο χοντρό πλατανένιο ξύλο γύρω στα 4 μέτρα. Η μια του άκρια, όπως είπαμε, ήταν στην αργοφωλιά και ακουμπώντας στο μέσο της καλαμωτής επίεζε τη τσιρμούλα προεκτεινόμενος γύρω στα δυό μέτρα όξω απέ τα χείλια του πάτου. Στο σημείο που ο αργός ήταν κρεμασμένος πέρα απέ τα χείλια του πάτου επαιρνούσαμε δυό χοντρά φορτωκλήματα πλεγμένα μεταξύ τους κι' εβάζαμε ένα χοντρό πατοσάνιδο για να αρχίσομε να φορτώνομε τις κρεμαριές σιγα-σιγά μέχρι ν' αρχίσει να κατηβαίνει ο αργός για να πιέσει όσο πιό πολύ εγίνουτα τη τσιρμούλα και να τρέξει ο μούστος."

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Πόσα κρεμά εφορτώνετε τον αργό και για πόσο καιρό;

Ν. ΖΑΝΝΗΣ: "Οι κρεμαριές ήταν ίσιαμε ένα τόνο όλες μαζί και ο αργός ήτο φορτωμένος όλη τη νύχτα για να κατήβει ο μούστος."

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Πόσες φορές εφορτώνετο ο αργός;

Ν. ΖΑΝΝΗΣ: "Τη δεύτερην ημέρα εξεφορτώναμε τον αργό κι' εσκορπούσαμε τη τσιρμούλα μέσα στο πατητήρι. Υστερα εξαναπατούσαμε. Εκάμναμε δηλαδή δεύτερο πάτημα και βέβαια φόρτωμα με τον ίδιο τρόπο. Την τρίτην ημέρα εκάμναμε ότι και τη δεύτερη, αλλά ερίχναμε και λίγο νερό και τα ξαναπατούσαμε για τρίτη φορά. Οτι έβγαινε τη τρίτη φορά, απέ το τρίτο πάτημα, το λέγαμε λάγκερα. Τα υπόλοιπα που εμένα ήτα τα τσίπουρα"

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Τα τσίπουρα τι τα εκάμνετε;

Ν. ΖΑΝΝΗΣ: "Τα τσίπουρα τ' ανακατέβγαμε με σύκα και τα ρεμπικάραμε για να βγάζομε σούμα."

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Σπουδαίο πράμα λοιπό το σταφύλι για το τόπο ;

Ν. ΖΑΝΝΗΣ: "Σπουδαίο δε θα πεί τίποτα. Φαντάσου ότι απέ το σταφύλι εβγάζαμε εκτός απέ κρασί πρώτης και δεύτερης ποιότητας επίσης το λάγκερα, το ξύδι και το πετουμέζι. Υστερα εφτιάχναμε και μουσταλευριά. Ακόμα τα τσίπουρα ή την ούλη τα χρησιμοποιούσαμε είτε για να βγάλομε ξύδι ή ακόμα και για το ρεμπικάρισμα."

ΠΑΡΟΙΚΑΣ: Ο τόπος μας είν' άγονος όπως εξαίρομε, το σταφύλι όμως είναι ευλογία πάνω σε τούτο τον τόπο, σε τούτη τη γή της Αμανής. Λένε πως τα πολύ παλιά χρόνια οι θεοί του Ολύμπου για να φτιάξου το νέκταρ εβάζαν "αριούσιο οίνο", που πα να πεί αφού η Αριουσία πιάνει και το χωριό μας ο Δίας έπινε κουρουνιώτικο κρασί. Αυτά οι νιοί να τα βλέπουν οι σκυλακαμάτες που εφήκα τ' αμπέλια κι' ερημάξα.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios