Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 9, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1998)

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ ΤΗΣ ΧΑΡΑΣ 

ο Αριούσιος

Το καλοκαίρι φτάνει. Οι παραλίες, στα "Γαλάτου" και στην "Ευτύχια", περιμένουν στις δροσερές τους αγκαλιές τούς Κουρουνιώτες και Εγρηγοριανούς από τα πέρατα τού κόσμου. Θα πάρουν ξανά το δρόμο προς τη θάλασσα τα φορτηγάκια με τις καρότσες τους γεμάτες με καλοκαιρινούς κολυμβητές. Πίσω τους "κουρνιαχτό" η σκόνη που αφήνουν τα λάστιχά τους.

'Ετσι, καθώς βλέπω, τα τελευταία χρόνια, το παράξενο αυτό καραβάνι, η σκέψη μου γυρίζει τριάντα τόσα χρόνια πίσω σ' ένα ανάλογο αλλά πολύ διαφορετικό καραβάνι. Τότε, που παιδιά ακόμη, έπρεπε να πάρουμε τη συγκατάθεση τού πατέρα ή τής μητέρας, ανάλογα με το ποιός είχε το γενικό πρόσταγμα στο σπίτι, για να πάμε, ποδαράτο, ή καβάλα στα γαϊδουράκια, στη θάλασσα.

Τις Κυριακές ιδίως, μετά την εκκλησία ξεκινούσε μια πολύβουη, πολύχρωμη αλυσίδα. Μπροστά τα γαϊδουράκια με τούς μεγάλους "κατασάμαρα" και τούς μικρούς "ξεκάπουλα" ή, αν ήταν μικρότερα, φορτωμένους στα πλάγια τού σαμαριού μέσα σ'ανάποδα καρέκλια. Κατσίκια και πρόβατα ακολουθούσαν δεμένα από το "σκαρβέλι", τις δέστρες δηλαδή πούχουν τα σαμάρια. Σπάνια και καμιά αγελάδα συμπλήρωνε την αλυσίδα. Πιο πίσω ακολουθούσαμε εμείς, τα σχολιαρόπαιδα, παίζοντας και τραγουδώντας, κι έτσι έκλεινε ο οικογενειακός κύκλος.

Περνούσανε την προσκυνήστρια για να συναντηθούμε στο ύψος τής Αγίας Βαρβάρας με τούς Φταναδούσους. Κατηφορίζαμε το λιθόστρωτο τού "Μυτιληνιού". Η πηγή τού "Χενούσικου" μας υποδεχόταν μουρμουρίζοντας. Ζώα και άνθρωποι ξεδιψούσαν πριν συνεχίσουν τον κατηφορικό δρόμο. Στη "Φλέα" νέα στάση για νερό. Οικοδεσπότες εδώ οι βαθύσκιωτες καρυδιές, που πρόσφεραν απλόχερα ίσκιο και το μεθυστικό τους άρωμα. Τα αρχικά τών ονομάτων γενιών και γενιών, ήταν χαραγμένα στούς γέρικους κορμούς τους.

Εικόνες ενός τοπίου που συνεχώς εναλλάσεται,  καταγράφονταν

στα παιδικά μας μάτια. Το ασήμι τής ελιάς με πινελιές πράσινες από αμπέλια, συκιές, κι αμυγδαλιές, διαδέχονταν το κιτρινόχρυσο μυριστικό χαλί τών ανθισμένων σπάρτων. Κι όλα αυτά σε φόντο κόκκινο που πρόσφεραν οι ανθισμένες παπαρούνες, ιδιαίτερα τις τελευταίες Μαγιάτικες μέρες. Οι λεύκες (καβάκια τις λέμε στη Χίο) έλαμπαν στο κάθετο φώς τού ήλιου.

Το καραβάνι τής χαράς με γέλια, τραγούδια και χαρούμενες παιδικές φωνές είχε πια φτάσει στις φιδωτές στροφές τής "Περασσιάς". Στην παιδική μας φαντασία οι μικρές αυτές στροφές φάνταζαν όμοιες μ' εκείνες τις μεγάλες τού Αίπους. Και να, στην πρωτελευταία στροφή να ανοίγεται μπροστά μας, πέρα από τις υπέροχες καμπύλες τών κορυφογραμμών τής Αμανής, ένα καταγάλανο τριγωνικό παράθυρο. 'Αλλοτε ακύμαντο, βαθειά γαλάζιο, κι άλλοτε -τις περισσότερες φορές - τρικυμισμένο, να αυλακώνεται με ολόλευκους ριπιδισμούς (τα προβατάκια) ίδια μια απέραντη Ελληνική σημαία.

Οι κατηφορικές στροφές καταλήγουν στο τελευταίο κομμάτι τού δρόμου, το ωραιότερο, αυτό που περνά μέσαστον Κουρουνιώτικο ποταμό. Το καραβάνι τής χαράς προστατεύεται από τα πανύψηλα πλατάνια. Η διακριτική μυρωδιά τής μαντζουράνας και τού δυόσμου πρόσφεραν οσφρητική απόλαυση χιλίων αρωμάτων. Το ανθρωποβουητό και τα ποδοβολητά μας χαλούσαν τη μεσημεριάτικη ραστώνη τού υδροβιότοπου. Τρομαγμένα πουλιά πετούσαν ανάμεσα στα κλαδιά τών δένδρων, τιτιβίζοντας. Σπάνια έντομα και ερπετά έφευγαν τρομαγμένα δεξιά και αριστερά τού δρόμου. Μόνο τα μυρμήγκια συνέχιζαν αδιάφορα κι ακούραστα την αέναη παραγωγική τους κίνηση. Δίπλα στο δρόμο, το νερό τού ποταμού κελάριζε παιχνδιάρικα, καθώς κατέβαινε να συναντήσει τη θάλασσα.

Το άρωμα από τις τελευταίες ανθισμένες λεμονιές μας προειδοποιούσε  πως  φτάναμε  στους  τελευταίους  κήπους στού


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios