Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 3ος, ΤΕΥΧΟΣ 12, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 1998)

Ο ΠΑΡΟΙΚΑΣΤο κουτί με τη σημαία

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Στη μικρή πλατεία με το ξενόφερτο όνομα, τη Λότζα, τα γέλια και τα πειράγματα έλειψαν εκείνο τ' απόγευμα. Οι μεγάλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα, θαρρείς συνωμοτικά. Ακόμα και τα παιδιά δεν είχαν κέφι για παιγνίδι. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά κι ας έρχονταν Χριστούγεννα. Το θλιβερό μαντάτο είχε συγκινήσει απ' άκρη σ' άκρη το μικρό χωριό. Ύστερα, ο γερο - Σαβούρας το 'χε διαλαλήσει ξεκάθαρα. " πάροικοι !!! Ακούουσετεε χωριανοί !!! Αύριο Κυριακή θα φέρουσιν τα οστά του παιδιού π' εχάθη στην Κορέα."

Τ' απομεσήμερο της Κυριακής ήταν ανήλιαγο και παγωμένο. Κόσμος ήταν συναγμένος μπροστά στο παλιό καφενείο του Σιταρά. Τέτοιο βουβό μπουλούκι έμοιαζε αλλόκοτο για τα ήθη μας. Κανένας δε μιλούσε. Όλοι περίμεναν αγόγγυστα. Κάποιοι ίσως ήταν δακρυσμένοι. Τη φορτισμένη σιωπή τάραξε θόρυβος μηχανής αυτοκινήτου που πλησίαζε ολοένα. Σε λίγο ένα στρατιωτικό καμιόνι, μια παλιά Καναδέζα, σταμάτησε δίπλα στους ευκαλύπτους. Μισή διμοιρία στρατιώτες κι' ένας αξιωματικός κατέβηκαν. Οι κεφαλές του χωριού, που 'ταν εκεί, έκαμαν τις συστάσεις. Κάτι ρώτησε ο αξιωματικός, κι' εκείνοι με το δάχτυλο έδειξαν τον άνθρωπο που ζητούσε. Ο μπάρμπα - Μιχάλης βρίσκονταν σωριασμένος σε μια καρέκλα, κρατώντας τ' άσπρο κεφάλι του, στις πελώριες παλάμες του. Εκείνος κοίταξε το γέροντα σιωπηλός χωρίς να τον ζυγώσει. Ύστερα, έριξε το βλέμμα στους στρατιώτες του που νοικοκύρευαν τα κράνη και τις μπαλάσκες τους.

Ξάφνου, η καμπάνα τ' Αη - Γιαννιού τάραξε τη σιωπή μ' αργό και πένθιμο αχό, σημάδι ότι η σύναξη έπρεπε να κινήσει στον προορισμό της. Ευθύς, μια διαταγή ακούστηκε κι' ύστερα μια άλλη. Δυο στρατιώτες σήκωσαν τη χακί τέντα της Καναδέζας. Ένα ξύλινο κουτί σκεπασμένο με τη γαλανόλευκη φάνηκε. Το πήραν προσεχτικά και χώθηκαν στις γραμμές ανάμεσα στους άλλους.  Κι'  η  μικρή  πομπή,  αργά  κι' επίσημα,  δίχως μουσικές,

Γιάννης Μ. Βορριάς

Ο αδικοχαμένος στην Κορέα Γιάννης Μ. Βορριάς όταν υπηρετούσε τη θητεία του.

κίνησε κατά τον αυλόγυρο της εκκλησιάς. Τότες, βαθύς ο στεναγμός του γέροντα ακούστηκε, που 'σερνε στηριγμένος σ' άλλους, τα μακριά του πόδια.

Τ' ανθρωπολόι με τους στρατιώτες κεφαλή, πήρε ν' ανεβαίνει τις σκάλες της αυλής τραβώντας κατά το κοιμητήρι του χωριού. Πίσω απ' τ' ιερό τ' Αη - Γιαννιού στο κεφαλόσκαλο του κοιμητηρίου αφήκαν το ξύλινο κουτί. Ο κόσμος σταμάτησε. Σταμάτησε κι' η καμπάνα. Ο παπα - Βασίλης φόρεσε το κόκκινο πετραχήλι και διάβασε τις ευχές. Κάποτε έφτασε και στο " Αιωνία η μνήμη!! Αιωνία η μνήμη αυτού!!" Κι' ήρθε η σειρά τ' αξιωματικού π' αργά κι' επίσημα ξεδίπλωσε ένα χαρτί. Άρχισε να διαβάζει.

" Ο στρατιώτης της Ειδικής Αποστολής του Ελληνικού Εκστρατευτικού   Σώματος   στη   Κορέα,   Βορριάς   Ιωάννης  του


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios