Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 3ος, ΤΕΥΧΟΣ 12, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 1998)

Ο ΠΑΡΟΙΚΑΣΤο κουτί με τη σημαία

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Μιχαήλ έπεσεν ηρωϊκώς, υπερασπιζόμενος μετά των άλλων συμμάχων τον ελεύθερο κόσμο." Τούτο μηνούσαν λακωνικά στο γονιό του και σε εμάς. Μα το χαμπέρι έκρυβε την αλήθεια. Γιατί οι ταπεινοί πάντοτε πρέπει τα λίγα να γνωρίζουν και τα πιότερα να λογίζονται. Κείνο που δεν έγραφε να 'ταν τάχατες πως το παλικάρι δεν ήθελε να φύγει μα ήταν ανήμπορο για ν' αντιδράσει; Κι' ακόμα πιο πολύ, πως τέτοιες εθνικές αποκοτιές υπηρετούν μόνο τους επίορκους που χρησιμοποιούν την πολύπαθη πατρίδα, γιατί καλά διαβάζουνε στο μέλλον το δικό τους συμφέρον;

Καιρός πια να πέσει η αυλαία που άνοιξε με το θάνατο του νιου στις 27 του Ιούλη στα' 53. Ένα παράγγελμα ακούστηκε. Οι στρατιώτες παρουσίασαν τα όπλα σε στάση τιμής μπρος στο κουτί με τη σημαία. Κι' ευθύς ο κόσμος σήκωσε στον αγέρα τον ύμνο της πατρίδας. Τέλος, η πόρτα του παλιού κοιμητηρίου έτριξε ανοίγοντας και το κουτί με τη γαλανόλευκη, που χρεωμένη ήταν ν' αγιάσει το κακό, χάθηκε απ' τα μάτια μας. Κι' ο γέροντας έβγαλε μιαν απόκοσμη βραχνή φωνή, που 'λεγες πως έκλεινε μέσα της τον πόνο όλου του κόσμου. Ύστερα ψέλλισε, " Παιδάκι μου, Γιαννάκη μου... ήντα τους ήκαμες....". Προσπάθησε ν' ανέβει τις λιγοστές σκάλες του κοιμητηρίου μα σωριάστηκε...προδομένος κι' αυτός απ' τις δυνάμεις του. Ο κόσμος έστεκε βουβός. Ίσως... ίσως... και με μάτια υγρά. Κι' ημέρα αγέλαστη έγερνε πια στο δειλινό.

Οι στρατιώτες έφεραν τα όπλα στους ώμους και κάνοντας μεταβολή τράβηξαν κατά το παλιό καμιόνι που τους περίμενε δίπλα στους ευκαλύπτους.

Περασμένη πια η ώρα, όταν η μάνα μας άνοιξε την πόρτα κι' είδε να κρατάμε χεράκι με την αδερφή μου. Χαμογέλασε. Το φαινόμενο ήταν ασυνήθιστο. Εκείνη κρατούσε στο χέρι της το θυμιατό κι' έκανε το σημείο του σταυρού. Τούτο το τυπικό σφράγιζε στον τόπο μας το τέλος της ημέρας. Πάντα με το σούρουπο. Ύστερα σφάλισε την πόρτα κι' αμίλητη συνέχιζε να θυμιάζει.

Την ακολούθησα δίχως μιλιά, γιατί καλά το γνώριζα πως έτσι έπρεπε. Η στάση μου όμως πρόδινε τον τρόμο που 'κρυβα στην παιδική ψυχή μου. Εκείνη κατάλαβε. Άρχισα να ρωτώ.

"Πε μου τι πα να πει οστά,"

" Τα κόκκαλα " απάντησε μ' απορία.

"Πε μου χωρεί ο άνθρωπος σ' ένα μικρό ξύλινο κουτί:" Συνέχισα. Με κοίταξε, μ' απόκριση δε πήρα.

Σάματις, λόγια ακατάληπτα μα τόσο μπολιασμένα με την ύπαρξη σαν " χους ει και εις χουν απελεύση ", που σίγουρα μνημόνευσε ο παπάς, τι νόημα να 'χαν για κείνους που πορεύονται στη χαραυγή της ζήσης;

Αργότερα, μαθητής πια στις μεγάλες τάξεις του δημοτικού, στις εθνικές γιορτές θυμάμαι το μπάρμπα - Μιχάλη δίπλα μας, μπροστά στη μαρμάρινη πλάκα τ' αυλόγυρου, που 'χε χαραγμένα τα ονόματα των πεσόντων για την πατρίδα. Το όνομα του γιου του δεν ήταν πουθενά. Ο γέροντας ήταν σε στάση προσοχής με το κεφάλι πάντα σκυφτό, σάμπως δικό του να 'ταν το φταίξιμο για το μακελειό του τριακοστού τρίτου παράλληλου.

Αραγε ποιες τάχα να 'ταν οι διαφορές του νεκρού του γιου με τους εχθρούς της συμμαχίας τ' Ατλαντικού; Αναλογίζομαι μη σε κάποιο ριζοχώρι της μακρινής Ανατολής, κάποιος άλλος γέροντας θα 'σκυβε πάνω απ' το τάφο του δικού του βλαστού με πρησμένα τα μικρά σχιστά του μάτια;

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios