Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 13, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1998)

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΑΠΟ Τ' ΟΝΕΙΡΟ 

ο Αριούσιος

Τα παιδικά μας όνειρα ασφυκτιούσαν στη μικρή κοινωνία τού χωριού μας. Η φαντασία μας πετούσε πέρα και πάνω από τα όρια τής Αμανής. Οι βουνοκορφές της φάνταζαν κάγκελα φυλακής στην παιδική ψυχή μας. Οι σειρήνες τού "πολιτισμένου" κόσμου με χίλιους τρόπους μάς καλούσαν. Τα όνειρά μας δεν έγιναν ποιήματα, μα έμμονη ιδέα φυγής. Άλλοι μόνοι κι άλλοι με τη βοήθεια τών γονιών τους, απλώσαμε τ' αδύναμα φτερά μας και πετάξαμε μακριά. Σε μέρη, που πιστεύαμε πως τα όνειρά μας θα γίνουν πραγματικότητα.

Κι έπειτα, ήρθε η νοσταλγία. Είναι αυτό το αλλόκοτο συναίσθημα που σε κάνει να νιώθεις παράξενα. Σε κάνει να ονειρεύεσαι, ότι μέχρι πριν λίγο σ' έπνιγε. Να ζεις μέσα στις ανέσεις και την ευμάρεια και ν' αποζητάς τα μικρά κι "ασήμαντα", που άφησες πίσω σου. Είναι αυτό το συναίσθημα, που κάνει όλους εμάς που ζούμε μακριά απ' το γενέθλιο τόπο, να επιδιώκουμε να γυρίσουμε κοντά του, έστω και για λίγο.

Μια τέτοια σύντομη, αλλά μεστή συναισθημάτων και αναμνήσεων, επίσκεψη είχαμε την ευκαιρία να κάνουμε το φετινό Πάσχα μια παρέα σαραντάρηδων - ή περίπου τόσο- από την Αθήνα. Φτάσαμε, ξημερώματα Μεγάλης Τρίτης, στο λιμάνι τής Χίου, μετά από ένα ονειρεμένο γαλήνιο ταξίδι.

Αχάραγο ακόμη το πρωινό φως. Η θαλασσινή δροσιά μάς περόνιαζε. Βιαστήκαμε να επιβιβαστούμε ατ' αυτοκίνητα για να προφυλαχτούμε. Ξεκινήσαμε σχεδόv αμέσως την ανάβαση στο σκοτεινό βράχο τού Αίπους, που ορθώνεται πάνω απ' την πόλη τού Βροντάδου. Περάσαμε αμίλητοι και νυσταγμένοι τις φιδωτές στροφές του. Απόλυτη σιωπή βασίλευε στις κορυφογραμμές. Μόνο το μεταλλικό μουρμουρητό από τις μηχανές μάς συντρόφευε κι η μουσική απ' το ραδιόφωνο. Αρχίσαμε να κατηφορίζουμε προς τον Αγιο Σίδερο. Ο προβολέας από το στρατιωτικό φυλάκιο φώτιζε το βουβό όγκο τού Αίπους μπροστά.

Νιώσαμε την ανατριχίλα τού αδύναμου ανθρώπου μπροστά στη φύση. Ψηλά πάνω μας ο ουράνιος θόλος με τ' αναρίθμητα απαστράπτοντα αργυρά του σημεία κι εμείς κάτω, απειροελάχιστα στοιχεία τού σύμπαντος. Αίσθηση δέους μάς κατακλύζει. Περνάμε τα Ρετσινάδικα. Σε κάποια σημεία κι αυτός ο έναστρος ουρανός χάνεται, καθώς περνάμε κάτω απ' τη σκιά τών λίγων πεύκων π' απόμειναν απ' τη μεγάλη πυρκαγιά, που κατέστρεψε το ομορφότερο δάσος τού νησιού μας.

Η γεύση τής πικρής πέτρας και τού πεύκου δίνουν τη θέση τους στη δροσιά τής θαλασσινής αρμύρας. Πρώιμο σημάδι τής επαφής μας με το Αιγαίo, π' απλώνεται στα πόδια τής Βολισσού. Στα κουρασμένα, απ' τη νύστα και τη νυχτερινή οδήγηση, μάτια μας, τρεμοπαίζουν τα φώτα της. Ο κάμπος της γίνεται ο επόμενος στόχος μας Μα πρώτα πρέπει να περάσουμε απ' τα καφενεδάκια τής Κατάβασης και το γέρικο πλάτανό της, με το κρύο νερό, που λες κι σναβλύζει από τις ρίζες του. Τούτο το μέρος ήταν παλιά σταθμός ανεφοδιασμού και ξεκούρασης, τότε που η διαδρομή με το λεωφορείο ξεπερνούσε τις τέσσερις ώρες. Τα λιγοστά φώτα τής Κατάβασης μάς αποχαιρετούν σιωπηλά. Στο βάθος η Σιδερούντα, σαν πολύφωτος φάρος, βιγλίζει απ' το βάθρο της το πέλαγος.

Ο δρόμος μετά τη μεγάλη στροφή τής Σιδερούιτας κατηφορίζει απότομα. Σημάδι πως πλησιάζουμε σε κάμπο. Και να, σε λίγο περνάμε το γεφύρι τής Χωρής και τρέχουμε στον κάμπο τής Βολισσού. Ο πόθος μας να φτάσουμε στον τελευταίο μας προορισμό μάς κάνει να πατάμε το πεντάλ τού γκαζιού λίγο παραπάνω. Η Βολισσός μάς υποδέχεται με το σκοτεινό όγκο τού Γυμνασίου της κι από ψηλά με το φωτισμένο κι αγέρωχο κάστρο της. Απόλυτη ησυχία. Τίποτα δεν υποδηλώνει πως οι άνθρωποι αποτίναξαν τη νυχτερινή ραθυμία και τη θαλπωρή τής κλίνης τους. Ακόμη και στην πλατεία με τα καφενεδάκια, που συνήθως ανοίγουν πολύ πρωί, σιωπηλή ηρεμία επικρατεί.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios