Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 15, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1998 - Ιανουάριος 1999)

ΤΟΝ ΚΑΙΡΟ ΤΩΝ ΕΛΙΩΝ... 

της Ευγενίας Ι. Βορριά-Ασλανίδου

"Τώρα που σπατσάρατεν με τους ψήφους, ώρα να μαζέψετε και καμιάν ελιά. Οι ψήφοι ψωμί εδίνουσι."

Δίνουσι πατέρα, σε ορισμένους δίνουσι, είπα, μέσα μου όμως, γιατί έτσι και άνοιγα κουβέντα μια τέτοια δύσκολη ώρα που ξεκινούσε η περίοδος τής συγκομιδής τών ελιών η κατάληξη θα 'τανε άσχημη.

"Που αφήκατε τα χωράφια σας και ρημάξανε, που πάει ο καρπός χαμένος, που σού 'δωκα το πιό καλό χωράφι (στη Μαύρη Πλατάνα) και ούτε γυρίζεις να το δεις, που ..."

'Εχεις δίκιο πατέρα, για όλα έχεις δίκιο, αλλά...

'Ητανε την ημέρα τών εκλογών που πήγα στο χωριό να ασκήσω το εκλογικό μου δικαίωμα. 'Ετσι με ρώτησε μια γειτόνισσά μου τής "καθαρευούσης" την ώρα που έφευγα απ' τη Χώρα για το χωριό: Πας να σκίσεις το εκλογικό σου δικαίωμα;

Γελούσα όλο το δρόμο που το σκεφτόμουνα κι όταν έφθασα μπήκα στο γείτονα τον Μιχάλη τού Μίχαλου να πω μια καλημέρα κατά πως το συνήθιζα.

Πάνω στο τραπέζι είχε ένα πιάτο με κορμάδες. Ξανθές, ξανθές και λαμπερές έτσι όπως μόνο οι Κουρουνιώτικες κορμάδες είναι. Και από γεύση; Μμμμμ!!!

(Πολύ συχνά κατεβαίνοντας στην αγορά τής Χίου ακούω τούς μανάβηδες να φωνάζουν:"Εδώ η Κουρουνιώτικηηηη" και αισθάνομαι μια χαρά και μια λύπη συνάμα. Χαρά γιατί γίνεται λόγος για τα Κουρουνιώτικα προϊόντα, και λύπη γιατί όλο και πιο σπάνια γίνεται πια.)

Πήρα μια κορμάδα χωρίς να ρωτήσω και την έβαλα αμέσως στο στόμα. Ο Μιχάλης βλέποντας την λαχτάρα μου, γέμισε μια σακκουλίτσα και μού τις έδωσε.

Τις έβαλα στο τραπέζι την επομένη με το λαδερό που είχαμε για μεσημεριανό. Κοντέψαμε να φάμε και τα κουκούτσια. Τι γλύκα ήταν αυτή Θεούλη μου!!!

Εκείνη τι στιγμή πήρα την απόφαση. Φέτος ο κόσμος να χαλάσει

θα πάω στο χωριό να μαζέψω κορμάδες. Να τις λαχταρώ και να 'ναι τα χωράφια μου γεμάτες;

Σε μια βδομάδα ήμουνα πάλι στο χωριό. Για να είμαι ειλικρινής δεν ήταν οι ελιές που με 'φεραν τόσο σύντομα πίσω. Δεν είναι γενικά η αγάπη μου για το χωριό που με φέρνει τόσο συχνά εκεί τελευταία, αλλά οι ανήμποροι γονείς μου.

Τί ειρωνεία;

'Οσο είναι καλά, όσο μπορούν να μάς χαρούν και να τούς χαρούμε, ποτέ δεν βρίσκουμε χρόνο γι αυτούς. Μόλις αρρωστήσουν όλα βρίσκονται.

- Θα πάω για ελιές αύριο, είπα στη μάνα μου.

- Θέλω να βρω καμιά κορμάδα. Εκείνη ξαφνιάστηκε. Χρόνια είχα να εκφράσω μια τέτοια επιθυμία. Για την ακρίβεια ποτέ άλλοτε δεν με είχε ακούσει να λέω πως θέλω να πάω να μαζέψω ελιές. Ως παιδί, με θυμότανε πάντα να παίρνω το καλαθάκι κι ένα "τσιμεντόμπουρδο" και να πηγαίνω στα κοντινά να μαζέψω τις ελιές που πέφτανε μέσα στο δρόμο, βουτηγμένη στο κλάμα που δε με αφήνανε να παίξω παρά με στέλνανε στη δουλειά, οι αναίσθητοι ...

- Θα αγοράσουμε απ' το γείτονα, πουλάει, μού λέει η μάνα μου.

- Δεν κατάλαβες, τής λέω. Δε θέλω ν' αγοράσω κορμάδες, θέλω να τις μαζέψω μοναχή μου, και ξαφνιάστηκε ακόμα πιο πολύ.

Σάββατο πρωί, ο καιρός ήτανε με το μέρος μου, ξεκίνησα μ' ένα καλαθάκι, ένα "τσιμεντόμπουρδο" και μια αίσθηση πως αν υπάρχει ευτυχία, εγώ εκείνη την ώρα την άγγιζα.

Τράβηξα από την "όξω πάντα" με προορισμό την "Μαύρη Πλατάνα", την οποία δεν βρήκα ποτέ γιατί ο αυτοκινητόδρομος, που εδώ και μερικά χρόνια πέρασε από 'κει έκανε το χωράφι αγνώριστο. 'Εκανα μια στάση στο "Κρεμαστό νερό" κι εδώ το μονοπάτι έγινε αυτοκινητόδρομος, αλλά το τοπίο μού ήταν γνώριμο. Πάνω που άρχισα να μαζεύω ή πιο σωστά να χαϊδεύω τα δένδρα, αυτά  τα  ίδια  δένδρα  που  κάποτε  ένιωθα  να  μισώ,


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios