Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 13, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1998)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΣτη Χαραυγή της Νιας Δευτέρας

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Καθήκοντα "κοτετσοκομάντος" ανέλαβαν οι Γιάννης Καπετάνιος και Νικολής Ι. Κεφάλας. Ο Τάκης Κατσαρός ανέλαβε μάγειρας και συσσιτιάρχης. Ο Θανάσης Καπετάνιος ανέλαβε σκοπός στη βορινή μας πόρτα κι' ο αδερφός μου στην άλλη. Ο Νικόλας Π. Κεφάλας βοηθός μάγειρα κι' εγώ γενικά καθήκοντα, ανάλογα με τις διαταγές που θα' παιρνα απ' το συσσιτιάρχη. Οι υπόλοιποι θα βοηθούσαν όπου έπρεπε.

Οι άνδρες της "αποστολής" φύγανε. Έπρεπε μέσα σε μισή ώρα να επιστρέψουν γιατί ήδη ήταν βαθιά μεσάνυχτα. Μέχρι να επιστρέψουν "οι εισβολείς" βράσαμε μπόλικο νερό. Πράγματι σε λίγο κτύπησε η πόρτα.

Στην εμφάνιση των "τροπαίων" των "κοτετσοκομάντος", ακολούθησαν νικηφόρες κραυγές κι' αλαλαγμοί βαρβαρικοί. Ο Γ. Καπετάνιος είχε κτυπήσει το ψυγείο της μάνας του αποσπώντας μια κατεψυγμένη κότα. Ύστερα μαζί με το Νικολή έκαμαν την εισβολή τους σε πλούσιο γειτονικό κοτέτσι. Κι' οι δυο είχαν έντονα τα σημάδια του ... αγώνα, γιατί τα ρούχα τους ήταν γεμάτα φτερά και μύριζαν κουτσουλιά. Όταν ο μικρός Νικολής άρχισε να διηγείται το περιστατικό της σύλληψης της όρνιθας με το χαρακτηριστικό κι' αξέχαστο τρόπο που είχε, το σπίτι τρανταζόταν από δυνατά γέλια. Γρήγορα καθαρίσαμε την όρνιθα. Άρχισαν να βράζουν κι' οι δύο. Πέρασε κάμποση ώρα κι' η όρνιθα ελευθέρας βοσκής δεν έλεγε να μαλακώσει. Έμοιαζε περισσότερο με "παλιο-σαμπρέλα" κατά δήλωση του μάγειρα. Τότε ο Τάκης ζήτησε σόδα. Μα τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε. Έτσι μου ανέθεσαν "αποστολή". Οι εντολές της παρέας ήταν ρητές. "Εάν ξυπνήσεις τη γιαγιά σου και μας χαλάσεις το συμπόσιο το κρίμα στο λαιμό σου". Με βαριά καρδιά κίνησα για το "χρέος" μου.

Γλίστρησα σα λωποδύτης στο σπίτι της γιαγιάς μου χωρίς ν' ανάψω φως. Δυστυχώς δε γνώριζα που βάζει τα σχετικά με το νοικοκυριό  της  και  ψάχνοντας  στο  σκοτάδι,   έριξα  κάτω  ένα

μπουκάλι. Τότε ξύπνησε η γιαγιά μου που συνήθως κοιμόταν ελαφρά.

- Ποιος είναι; ρωτά.

- Εγώ, της αποκρίνομαι.

- Και ήντα που ψαχουλεύγεις τέτοιαν ώρα;

- Θέλω λίγη σόδα, της είπα δειλά.

- Και ήντα θα κάμεις τη σότα νυχτιάτικα; μου λέει ανακριτικά.

- Είπαμε με τον αδερφό μου να φτιάξουμε σούπα. Φάνηκε πως δε με πίστευε και συνέχισε τις ερωτήσεις. Εγώ όμως ... βράχος της ξέφυγα.

Τελικά, αφού είχε σηκωθεί, μου λέει:

- Εσύ δεν εγροικάς να χωρίσεις δυονών γαδάρων άχερα, κι' ακάμεις σούπα; Τέλος πάντω πάρε 'δωνα.

Μούδωσε λοιπόν κάποια άσπρη σκόνη, κι' έφυγα ευτυχής. Μόλις μπήκα στο σπίτι οι άλλοι άρχισαν τις ερωτήσεις.

- Δεν πιστεύω να τη ξύπνησες; είπε κάποιος.

- Αλοίμονό μας και σηκωθεί και κάμει καταδώ είπε, ένας άλλος.

- Όχι παιδιά όλα είναι υπό έλεγχο, τους διαβεβαίωσα.

0... έμπειρος μάγειρας πήρε τη "σόδα" κι' άρχισε τις δηλώσεις.

- Τώρα θα δείτε στραβάδια τι θα πει "κοτόπουλο μπλουμ του ναυτικού." Έτσι μουρμουρίζοντας άδειασε με μιας την άσπρη σκόνη στην κακόψητη Κουρουνιώτισα κότα. Σε λίγο η κατσαρόλα έβγαζε αφρούς. Ο Τάκης άδειαζε τους αφρούς ξανά και ξανά. Κάπου άρχισε να νευριάζει και γυρνώντας λέει.

- Βρε η διαβολόρνιθα που εσουφρώσετε δε βράζει, μοναχά αφρίζει. Κι' ύστερα.

- Αφρίζεις ξαφρίζεις θα σε φάμε.

Κάποιος τότε σηκώνεται και πήγε κοντά, μύρισε τη κότα και λέει.

- Αυτό που ρίξατε μέσα δεν είναι σόδα. Μυρίζει σαν αμμωνία, συνέχισε. Τότε ο μάγειρας λέει:

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios