Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 13, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1998)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΣτη Χαραυγή της Νιας Δευτέρας

του Γιώργου Β. Κεφάλα

- Θα τη δοκιμάσω. Δοκιμάζει και αρχίζει να φτύνει.

- Αμμωνία ρε μας έφερες; Κι' αρχίζει το γέλιο κι' η φασαρία.

Ξαφνικά κτυπά η πόρτα πολύ δυνατά.

- Γιώργη, Γιάννη, βρε δεν ακούτε;

Ήταν βαθιά μεσάνυχτα. Κανείς δε περίμενε ... ανεπιθύμητες επισκέψεις. Με μιας κοπήκανε τα γέλια. Τότε καταλάβαμε πως ήταν η γιαγιά μου. Είχε αποφασίσει αιφνιδιαστικό έλεγχο. Παγώσαμε όλοι. Επικράτησε γενικός πανικός.

- Βρε συ εν ακούς; Ξεσφάλισε την πόρτα. Συνέχισε επιτακτικά.

Άρχισα τις διαπραγματεύσεις για να προφθάσουν να κρυφτούν οι περισσότεροι. Από τους είκοσι μείναμε πέντε-έξι. Κάποιοι ανέβηκαν στο πατάρι. Άλλοι στο διπλανό δωμάτιο. Κάποιοι άλλοι ξάπλωναν στο κρεβάτι σκεπάζοντας τα πρόσωπα τους όπως - όπως με τα μαξιλάρια. Τέτοιος πανικός υπήρξε. Ο λόγος ήταν ότι κανείς μας δεν ήθελε περιττές ερωτήσεις και πιθανούς χαρακτηρισμούς ως ... κλεφτοκοτάδες.

Τέλος άνοιξα την πόρτα. Μπαίνει μέσα με τα ψαρά μακριά μαλλιά της λιτά. Μας επιθεωρεί με ύποπτο βλέμμα.

- Και για να 'χομε καλό ρώτημα γιατί δεν ήνοιξες μοναχά εξεσήκωσα τη γειτονιά; λέει.

Απάντηση όμως δεν πήρε.

- Ήντα που κάμνετεν τέτοιαν ώρα ξάγρυπνοι; Όπου νάνε θα σημάνει ο παπάς για να βγάλαμε τα κονίσματα. Ποιος θα πα να βοηθήσει άμα εσείς κοιμάστε;

Και πάλι δεν παίρνει απάντηση.

- Ε το αμίλητο νερό ήπιετε; Εκάμετε τη σούπα;

Κάποια μισοπνιγμένα γέλια ακούστηκαν. Κοιτάζει τότε προς το κρεβάτι.

-Ποιος ειν' έδευτος πούχει τη μουτσούνα του χωσμένη;

Τότε κάποιος της λέει:

-Ο Κατός θειά, μας έφερε και το κρέας για τη σούπα.

Καιρό δε χάνει και του απαντά.

- Καλά βρε κι ήντα θέλει ο αλεπός έδωνα; κι' ύστερις ευτός έχει κατσίκες. Έχουσι τα ζωντανά του ορνιθόφτερα; Ποιο κοροιδεύγετε βρε κουτεντέδες;

Δυστυχώς για μας η γιαγιά μου είχε δει τη σακούλα με τα φτερά πάνω στο νεροχύτη. Και τότε άρχισε το κύριο ανακριτικό καθήκον της.

- Βρε εμόνα θα γελάσετε; Δε πιστεύγω να μου κάμετε καμιά διαολιά; Ποιανού βρε ειν' η όρνιθα;

Απόλυτος σιγή. Κι' εκείνη συνέχιζε τις παρατηρήσεις απτόητη.

- Και δε μου λέτε βρε του συχωρεμένου του.....τη τέχνην εζουλέψετε; Ποιανού χριστιανού είν η πουλάδα;

Με τις τελευταίες παρατηρήσεις της άρχισαν κάποιοι να γελούν και καταλαβαίνοντας ότι δεν είχε σκοπό να φύγει άρχισαν να παρουσιάζονται από τις κρυψώνες τους ένας-ένας. Κάθε καινούργιο πρόσωπο που εμφανιζόταν το κοίταζε ερευνητικά και μετά έλεγε χαμογελώντας.

- Βρε κι' εσύ εδώ; Εσμίξετε πάλι το πι το φι και το κακό συνεπάντημα; Ονου ποιος θα κλαι τη στραβόρνιθα; Υστερα γυρίζει στο Νικόλα Π. Κεφάλα, που φαίνεται τον είχε σε υπόληψη και του λέει:

- Κι' εσύ βρε Νικολή πούσαι και μορφωμένος ήντα μπου λες γιάδευτα; Κι' ο πάππους σου, ο Δημήτρης, πού-ναι προεστός δε θα πέσου τα μούτρα του άμα μάθει που ήσου κι εσύ με τούτους;

Τότε μας ήρθε η ιδέα πως για να μας αφήσει ήσυχους (και για να εξαγοράσουμε τη σιωπή της, να της πούμε πως πρέπει να φύγει γιατί θα τελειώναμε και μετά θα πηγαίναμε την περιφορά των εικονισμάτων. Έτσι απεχώρησε κι' εμείς συνεχίσαμε το έργο μας. Λίγο πριν την αυγή η κοτόσουπα ήταν έτοιμη. Η αμμωνία είχε πια ξεπλυθεί. Η κότα δεν άφριζε άλλο.

Το ξημέρωμα μας βρήκε στον αυλόγυρο  της εκκλησιάς. Ο παπα

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios