Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 13, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1998)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΣτη Χαραυγή της Νιας Δευτέρας

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Νικόλας δεν πίστευε στα μάτια του όταν μας είδε καθισμένους στο πεζούλι τ' αυλόγυρου να τον περιμένουμε.

Αφού μας πλησίασε μας είπε:

- Ε ! παλικάρια κάτι πρωινούς σας βλέπω; Μου φαίνεστε όμως μοτεμένοι. Άντε θα βάλομε ευλογητός;

Εμείς αγναντεύαμε με δέος το ξωκλήσι τ' Αη-Γιωργιού γνωρίζοντας πως μας περίμενε η μεγάλη ανηφόρα. Σε λίγο κάτω απ' τους ήχους της πρωινής καμπάνας, που συνόδευε τα βήματα μας βρεθήκαμε στην περιοχή Καρά. Μπροστά πήγαινε η σημαία ανεμίζοντας στην πρωινή αύρα. Κι' ακολουθούσε το λάβαρο της εκκλησιάς. Ύστερα μικρά παιδάκια με τα πολύχρωμα φανάρια και τα εξαπτέρυγα. Πίσω απ' αυτά ο παπα - Νικόλας με τον Ηλία το Σαραντινό να το συνοδεύει σ' ένα ψαλμό. Κυμάτιζε το ράσο του παπά. Κι' εκείνος ψηλός, λιγνός με πρόσωπο ασκητικό φάνταζε σαν αυστηρή βυζαντινή αγιογραφία. Κοντά του κάποιος σήκωνε την Ανάσταση του Χριστού. Κι' ακολουθούσαμε εμείς κρατώντας τις εικόνες των αγίων σέρνοντας, κυριολεκτικά, τα πόδια μας. Ανάμεσα μας ο Τάκης ... ο μάγειρας κράταγε την πιο μεγάλη εικόνα. Μπροστά του βάδιζε ο Δημήτρης Π. Κεφάλας (Δημητράι). Κάποια στιγμή τον ρωτά.

- Ρε Μήτσο ποιάν εικόνα σηκώνω;

- Τη Παναγιά, του αποκρίνεται ο Δημήτρης.

- Τη Παναγιά; και συμπληρώνει μ' αναστεναγμό.

- Μεγάλη η χάρη σου Παναγιά μου μα πως βαρεί η εικόνα σου εδέτσι;

Σε λίγο περάσαμε την περιοχή Τσικαλιά κ' άρχισε η κατάβαση στον ποταμό.

- Ε ! μωρέ παλικάρια !!!, ακούστηκε η φωνή του παπα Νικόλα.

Προσεχτικά τις εικόνες τώρα που θα περάσετε το βότσονα.

Οι όχθες του ποταμού καταπράσινες και το λιγοστό νεράκι κελάρυζε κυλώντας νωχελικά. Τέλος, άρχισε η  ανάβαση  προς  τις

Γούρνες. Στο τέλος φάνηκε το ξωκλήσι τ' Αη Γιωργιού.

Τόδαμε μ' ανακούφιση να στέκει στη ρίζα της πλαγιάς. Κόσμος περίμενε εκεί. Άρχισε η λειτουργία. Καιρός να ξεκουραστούμε κι' εμείς. Αρχίσαμε τα πειράγματα και τον απολογισμό της περασμένης νύχτας. Γύρω απ' το ξωκλήσι ο χώρος πράσινος. Κι' ανάμεσα στο χαλί της φύσης, κηλίδες θαρρείς από νωπό αίμα οι παπαρούνες. Ο αγέρας του βουνού μοσχομύριζε. Η άνοιξη είχε ειρηνικά κυριεύσει ότι αγκάλιαζε τ' ανθρώπινο μάτι.

Με το τέλος της λειτουργίας, το εκκλησίασμα παρέες -παρέες, έστρωσε το πρόχειρο πασχαλινό τραπέζι. Και μετά ο αχός της καμπάνας ακούστηκε και πάλι. Τούτο ήταν το σημάδι της επιστροφής. Πήραμε το δρόμο για τον Καβαλάρη. Στο σημείο που βρίσκεται το μνημείο τ' άτυχου νέου, που σκοτώθηκε κόβοντας τα πλευρά της Αμανής με τη μπουλντόζα του, σταμάτησε η πομπή. Ώρα για λιτανεία. Κι' ύστερα προχωρήσαμε προς το δημόσιο δρόμο.

Κάτω απ' τους ήχους της καμπάνας φτάσαμε κάποτε στη χωριοκλησιά. Εκεί τέλειωνε το έργο μας μαζί μ' ένα απ' τα ωραιότερα έθιμα. Κάθε χρόνο, αιώνες τώρα, συναντιέται η άνοιξη σε κάποιο ρημοκλήσι με τις μορφές λογής αγίων την ίδια πάντοτε μέρα. Στο τόπο μας τη λένε Νια Δευτέρα.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios