Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 14, Αύγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 1998)

 Ψάχνω τ' αστέρι του καλοκαιριού

Μέλλια

Δε θα θυμάσαι πια τα καλοκαίρια. Τις βόλτες στην Πατημένη ή πέρα στις Κερασιές, που έτσι απλά, ήταν η διασκέδαση μας. Δε θα θυμάσαι πως γυρίζαμε ξημερώματα από γλέντια και πανηγύρια στ' άλλα χωριά . Άλλοτε καβάλα σε κάποιο ζωντανό κι άλλοτε στοιβαγμένοι στην καρότσα κάποιου αγροτικού. Τις πιο πολλές φορές όμως ποδαράτοι, τραγουδώντας και χορεύοντας στον αμαξωτό.

Ούτε θα θυμάσαι τη διαδρομή για τ' Αγαλάτου πριν φτάσει εκεί ο αυτοκινητόδρομος. Εκείνη, ανάμεσα στα πλατάνια με τις σπάνιες πεταλούδες και την μοναδική ομορφιά που αλλού εμπορεύονται.

Δε θυμάσαι τα πανηγύρια τ' Αη Γιαννιού με το κατσικοπίλαφο και το ντόπιο κρασί. Το άψογα συντονισμένο σερβίρισμα, χέρι- χέρι, μέχρι να φτάσει και στο τελευταίο τραπέζι. Τη χαρά που έλαμπε σ' όλα τα πρόσωπα μια και "μάς αξίωσε η Χάρη Του" ν' ανταμώσουμε πάλι. Κι ύστερα ο πρώτος κάβος. Ο πρώτος γνώριμος σκοπός που παίζουν τα όργανα σε πανηγύρια και γάμους. Θαρρώ συρτός πολιτικός. Κι έφταναν ξημερώματα και τουρτουρίζαμε απ' το κρύο. Τα πόδια μας πρησμένα απ' το χορό. Τα μάτια μας γλα-ρωμένα απ' τη νύστα. Να φύγει, κανείς δεν το 'παιρνε απόφαση. Να το διαλύσουμε. Κι ας θα 'μασταν ξανά σε λίγες ώρες μαζί. Ρουφούσαμε και το τελευταίο δευτερόλεπτο τού καλοκαιριού.

Δε θα μάθεις πως ακόμα και σήμερα ψάχνω τ' αστέρι τού καλοκαιριού και τού ψιθυρίζω ιστορίες για το χωριό, για τους ανθρώπους του. Τού εξιστορώ τις γκάφες και τα καμώματα τους. Τού λέω για κείνους που ξενιτεύτηκαν κι άφησαν πίσω ένα κομμάτι της ζωής τους. Τού μιλάω για όσους έμειναν εκεί και βιώνουν καθημερινά τη μοναξιά και την ερήμωση τού χωριού. Την ανυπαρξία τού κράτους. Για ανθρώπους που αγαπήθηκαν κι έντυσε    την  αγάπη    τους    η    ομίχλη.  Για  όνειρα    που    δεν

πραγματοποιήθηκαν.

Εκείνο σκύβει, μ' ακούει προσεκτικά, αγόγγυστα κι ύστερα τυλίγει τις λέξεις στη σιωπή. Για να τις προστατέψει από τους δυνατούς, τους υπερόπτες. Όσους περιφρονούν την απλότητα και ειρωνεύονται την αφέλεια. Εκείνους που την ταπεινότητα τη βάφτισαν δειλία. Τα τύλιξε στη σιωπή για να μη φθαρούν από τον εγωισμό, ούτε να πνιγούν στη χλιδή. Κι έτσι δεν τ' άκουσες, δεν τα ' μαθές ούτε 'συ.

Δεν έμαθες για τα μικρά υπόγεια θυρωρεία που μεγαλώσαμε οι περισσότεροι. Ούτε πως τα Σαββατόβραδα εκείνες οι στενάχωρες καμαρούλες πλημμύριζαν κόσμο. Συγγενείς και χωριανούς. Θυμάμαι τον πατέρα να σηκώνεται διστακτικά , να βηματίζει λιγάκι αμήχανα πέρα-δώθε και τέλος να προτείνει.

Ε!, θα παίξομε καμιά πρέφα;

Οι άντρες μαζευόντουσαν γρήγορα-γρήγορα γύρω απ' το τραπέζι κι οι γυναίκες αποσυρόντουσαν στην κουζινούλα. Πως χώραγαν εκεί τόσες δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πώς επιδιδόντουσαν με αξιοθαύμαστο ζήλο στο ευγενές άθλημα τής "κοινωνικής κριτικής".

Έψαχναν όλοι, μέσα απ' αυτά τα υπόγεια, ένα καλύτερο αύριο για τα παιδιά τους. Το χωριό μας βλέπεις ένας ξερότοπος, τί προκοπή να κάνεις εκεί; Τα παιδιά δεν έπρεπε να στερηθούν σχολεία και δασκάλους, όπως εκείνοι, ή νοσοκομεία και γιατρούς. Δεν ήξεραν κι όλας πως όλα αυτά έπρεπε να τα διεκδικήσουν από την πολιτεία που τους είχε ξεχάσει. Τ' αναζήτησε ο καθένας χωριστά, για τη δικιά του φαμελιά. Με τον κρυφό πόθο τα παιδιά τους να μη μείνουν σαν κι αυτούς χωριάτες κι αγράμματοι. Να 'χουν τα ρούχα και τα παπούτσια, που σ' εκείνους έλειψαν. Να τους εξασφαλίσουν ένα κεραμίδι για ξεκινήσουν πιο εύκολα από κείνους τη ζωή. Να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για μια "καλή δουλίτσα" κι ένα μισθό "Βρέξει-χιονίσει".


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios