Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 13, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1999)

 Το μεγάλο μυστικό

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Πέρασαν εκατόν είκοσι χρόνια, πάνω κάτω από εκείνο το σκοτεινό ανοιξιάτικο βράδυ. Ένα καΐκι άφηνε λαθραία στις απόκρημνες ακτές, ανάμεσα στην Ευτυχία και τ' Αγιάσματα, ένα κυνηγημένο και κατατρεγμένο επιβάτη.

Ξέπνοος από τις κακουχίες τού ταξιδιού και την αγωνία της καταδίωξης, σκαρφάλωσε μόνος στις απότομες πλαγιές τής Αμανής. Στ' απόκρημνα μέρη τής Τουρκοκρατούμενης Χίου έψαξε να βρει καταφύγιο. Στους κήπους τού Αμπελίτη το βρήκαν το άλλο πρωί να κοιμάται, οι δουλευτάδες του Εγρηγόρου.

Το λυγερό, λαμνάτο κορμί του, παραδομένο από τον κόπο και την αγωνία, έμενε ασάλευτο. Για νεκρό τον πέρασαν οι πρώτοι που το είδαν. Ακροπατώντας τον πλησίασαν. Μόνο όταν τα βήματα τους πάτησαν δίπλα στο κορμί του, πετάχτηκε σαν λαβωμένο αγρίμι που πιάνεται στη φάκα.

- Πώς σε λένε, τον ρώτησαν.

- Χρήστο, τους απαντά.

- Και πώς βρέθηκες εδώ;

Μια ιστορία ναυαγίου γέννησε ο νους του και τη αράδιασε σε 'κείνους που τον ρώτησαν. Άλλοι τον πίστεψαν, άλλοι όχι. Πολλοί φαντάστηκαν πως ήταν κυνηγημένος από τους Τούρκους. Ήταν Έλληνας, αδερφός τους, έπρεπε να τον κρύψουν.

- Έλα να μείνεις στα χωριά μας, τού είπαν.

Τους Έλληνες ίσα-ίσα φοβόταν.

- Όχι, καλά είμαι, τζάνεμ, εδώ. Καλοκαίρι είναι θα περάσω.

Είδαν κι απόειδαν, λυπήθηκαν και το χάλι του, αποφάσισαν να τον αφήσουν να συνεχίσει τον ύπνο του. Τού 'δωσαν όσα φαγώσιμα είχαν και πήγαν στη δούλεψη τους.

Για μέρες ο «Χρήστος» έγινε το αξιοθέατο τών γύρω χωριών. Ούτε σκέψη βέβαια να ειδοποιήσει κάποιος τού Τούρκους ζαφτιέδες από τη Χίο.

Οι νοικοκυρές που το ψυχοπόνεσαν έβγαζαν από το περιορισμένο καθημερινό τους και τού πήγαιναν να πορευτεί.

Έτσι ο ξένος ρίζωσε στον Αμπελίτη, το 'κανε κονάκι του.

Στην αρχή είχε γίνει το κέντρο κάθε κουβέντας στα χωριά.

- Ποιος είναι ο άγνωστος που άραξε στα μέρη μας;

- Από πού 'ναι η σκούφια του;

- Ποια είναι η γενιά του;

Αυτά και άλλα παρόμοια βασάνιζαν τους Αμανίτες που ζούσαν γύρω απ' τ' Αγιάσματα. Ώσπου σιγά-σιγά συνήθισαν την παρουσία του, κράτησαν το όνομα που τους είπε, έπαψαν να ενδιαφέρονται για την καταγωγή του, δεν τους απασχολούσε το μυστικό που έκρυβε. Τον δέχτηκαν όπως ήταν... Ο «Χρήστος»! Ούτε το άλλο του όνομα δεν ήξεραν. Για μερικούς μόνο το μικρό όνομα είναι αρκετό. Τους χαρακτηρίζει, τους δίνει ταυτότητα.

Κι ο «Χρήστος»; Στην αρχή έζησε με το φόβο και την αγωνία τού δραπέτη. Ο παραμικρός θόρυβος τον έκανε να πετάγεται πάνω, έτοιμος να το βάλει στα πόδια. Σιγά-σιγά όμως, είδε πως δεν κινδύνευε. Ο φόβος του μέρωσε, η αγωνία του καταλάγιασε.

Το καλοκαίρι πέρασε. Έρχονταν βροχές και κρύα. Έπρεπε να βρει κονάκι για το χειμώνα. Κατάλαβε πως από τους ανθρώπους τού τόπου δεν είχε να φοβάται. Ξεθάρεψε. Πήρε, λοιπόν, τη μεγάλη απόφαση να ζήσει μαζί τους.

Μάζεψε τη λιγοστή πραμάτεια του σ' ένα μπόγο, το φορτώθηκε στην πλάτη και πήρε την ανηφόρα για τα Κουρούνια.

Από καιρό τού 'χε παραχωρήσει ένα μικρό κι ανήλιο χώρο, πλάι στα σοδιαστήρια του, ο γέρο Τσούβαλος. Εκεί απόθεσε τον μπόγο του και τα όνειρα του. Μπήκε κι έκλεισε πίσω του την πρόχειρη σανιδένια πόρτα. Ήταν σαν να 'κλεινε πίσω του τη ζωή που 'ζησε μέχρι εκείνη τη στιγμή. Τη διπλοκλείδωσε κι έκρυψε καλά το κλειδί.

Καμιά φορά, σαν έμενε μόνος και τον έπαιρνε το παράπονο τής μοναξιάς, έβγαζε το κλειδί, άνοιγε τη κλειδαριά τής ψυχής του, ξεδίπλωνε τα φύλλα της, αναπολούσε τις μέρες τής δόξας του και δάκρυζε.


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios