Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 13, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1999)

 Το μεγάλο μυστικό

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Τακτοποίησε το ζωή του στο μικρό εκείνο χώρο, συχνωτίστηκε με τους ανθρώπους τού χωριού κι άρχισε να κάνει μεροκάματα στα χωράφια για να ζήσει. Από γεωργικές δουλειές, βέβαια, δεν ήξερε. Ήταν όμως γερός άντρας. Βρέθηκε στα Κουρούνια την εποχή που οι Κουρουνιώτες «έτρωγαν» τα σπλάχνα τής Αμανής, έφτιαχναν «σκάλες», τις στήριζαν με ξερολιθιές, δημιουργώντας έτσι επίπεδες καλλιεργήσιμες επιφάνειες. Είχαν ανάγκη από γερά εργατικά χέρια κι ο «Χρήστος» ήταν δυνατός και πρόθυμος. Φρόντιζε το ψωμί που έτρωγε -και δεν ήταν και λίγο- να το δουλεύει με το παραπάνω.

Ποτέ δεν έδωσε αφορμή σε κανένα για καυγά, συνηθισμένο φαινόμενο τα δύσκολα χρόνια τής Τουρκοκρατίας. Η έλλειψη τού νόμου επέτρεπε συχνά στους δυνατούς να επιβάλλουν το «νόμο» τους στις πλάτες τών αδυνάτων. Κι ο «Χρήστος» ήταν δυνατός. Χρησιμοποιούσε όμως, τη δύναμη του μόνο στο σκάψιμο και στο ξεχαλίκισμα. Ποτέ σε καυγά.

Το λυγερό, λαμνάτο κορμί του, παραδομένο από τον κόπο και την αγωνία, έμενε ασάλευτο. Για νεκρό τον πέρασαν οι πρώτοι που το είδαν. Ακροπατώντας τον πλησίασαν. Μόνο όταν τα βήματα τους πάτησαν δίπλα στο κορμί του, πετάχτηκε σαν λαβωμένο αγρίμι που πιάνεται στη φάκα.

Ενα πάθος είχε μόνο, το φαΐ. Πάθος, που το 'μαθαν οι Κουρουνιώτες και σαν πήγαινε επίσκεψη στα σπίτια τους, τού πρόσφεραν πάντα από το φτωχικό τους φαγητό.

Σε μια απ' αυτές τις επισκέψεις του στο σπίτι τού γέρο Νοτάρο, η γυναίκα του, η γριά Λεμονιά, τού ' βγάλε ψωμί με τυρί. Ο «Χρήστος» φρόντισε να τελειώσει πρώτα το ψωμί.

- θες άλλο, το ρώτησε η γριά Λεμονιά.

- Αμάν, τζάνεμ, Λεμονιά μια μπούκα να τελειώσω το τυρί μου.

Τού 'κοψε μια φέτα ψωμί, ο «Χρήστος» αποτέλειωσε το τυρί του, τού 'μεινε όμως, ψωμί.

- Θες κι άλλο, τον ξαναρώτησε η γριά.

- Αμάν μια μπούκα τυρί, τζάνεμ Λεμονιά, να τελειώσω το ψωμί μου.

Το «κόλπο» τού μισοτελειωμένου ψωμιού ή τυριού έγινε πολλές φορές, ώσπου η γριά, με την απλότητα και τον αυθορμητισμό που χαρακτηρίζει τις ορεινές νησιώτισσες, τον αποπήρε.

- Βρε λούτερε, φαά, ασύστατε! Ε ντρέπεσαι; Με τη στίμη που 'χεις εσύ, α μου φας ένα λιμάρι τυρί κι ένα καρβέλι ψωμί.

Άλλοτε, πάλι, στο σπίτι τού γέρο ψάλτη η γυναίκα του, Λεμονιά κι εκείνη, προθυμοποιήθηκε να τού φτιάξει αυγά σφουγγάτο. Ενώ τηγάνιζε τ' αυγά ακούστηκε πως έρχονταν Τούρκοι ζαφτιέδες στο χωριό. Στις απρόσκλητες επισκέψεις τών οργάνων τής τάξης τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οι κάτοικοι τών χωριών μας, ασυνήθιστοι στην παρουσία τους, κατέφευγαν στα χωράφια. Αυτό πήγε να κάνει κι η Λεμονιά τού ψάλτη. Άφησε τ' αυγά στη μέση, μάζεψε την μπροστέλα της κι ήταν έτοιμη ν' ανηφορίσει στη Φρουλιά. Ο Χρήστος έβλεπε ότι έχανε τ' αυγά και βάλθηκε να την καθησυχάσει.

- Αμάν τζάνεμ, μη φοβάσαι Λεμονιά. Να κόβεις, τζάνεμ, μια τσουκνίδα κι όταν έρθει κοντά, τζάνεμ, να τού δίνεις μια με τη τσουκνίδα στα μάτια να τόνε στραβώνεις... Έλα ψήσε μου τ' αυγά, κρίμα δεν είναι να πάνε χαμένα;

Παρά το φόβος το λυπήθηκε και γύρισε να τελειώσει το τηγάνισμα. Ο φόβος, όμως, είναι συναίσθημα που δεν ελέγχεται. Κι η Λεμονιά έτρεμε από το φόβο της. Έτσι, καθώς πήγε να γυρίσει τ' αυγά, από την τρομάρα της τής έπεσαν στην αχιλιά.

- Αμάν τζάνεμ, Λεμονιά, κρίμας τ' αυγά, έλεγε και ξανάλεγε ο «Χρήστος».

Για τριανταπέντε με σαράντα χρόνια έζησε στα Κουρούνια, έγινε ένα με τους Κουρουνιώτες, αναπόσπαστο κομμάτι τής αυτοδιοικούμενης κοινωνίας τους, μέρος από το σώμα τους. Με τη δουλειά του και με την αψεγάδιαστη κοινωνική του συμπεριφορά έγινε αποδεχτός απ' όλους. Συμμετείχε στα έργα τής

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios