Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 4ος, ΤΕΥΧΟΣ 13, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 1999)

 Το μεγάλο μυστικό

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

κοινότητας, όπως όλοι οι Κουρουνιώτες. Ήταν μάλιστα εκείνος που έφτιαξε τα τούβλα που έχτισαν το τέμπλο τής εκκλησίας τού Αη Γιαννιού τέχνη που κατείχε από παλιά.

Για το μυστικό που έκρυβε πίσω του σπάνια γινόταν λόγος. Κι όσες φορές κάποιος τού ίνοιγε κουβέντα για το παρελθόν του φρόντιζε ν' αλλάζει συζήτηση. Για το παρελθόν τού «Χρήστου» η φαντασία τών χωρικών έφτιαχνε διάφορες ιστορίες, που ασήμαντα γεγονότα tούς έδιναν διαστάσεις μύθου.

Ένα τέτοιο γεγονός έγινε στους κήπους τού Σωρού, όπου δούλευε για λογαριασμό τού Γιάννη τού Ζαννή. Κάποια στιγμή πήγε στη γυστέρνα για να πιει νερό. Πήρε το πήλινο , το γέμισε, ήπιε, ξαπόστασε εκεί πάνω από τη στέρνα. Στα ήσυχα νερά της είδε να καθρεπτίζεται το ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Αναλογίστηκε τι ήταν και τι είναι.

- Αχ, ρε Νικόλα, δεν ήσουν εσύ που έπινες σε κρυστάλλινα ποτήρια και τώρα πίνεις σε βρωμολάηνα;

Τα λόγια του από κάποιους ακούστηκαν. Από στόμα σε στόμα διαδόθηκαν. Ο «Χρήστος» έγινε πάλι το πρώτο θέμα για συζήτηση.

Στα γλέντια τού χωριού μέσα κι ο «Χρήστος». Έτρωγε, έπινε, γλεντούσε με τη ψυχή του. Σ' ένα απ' αυτά τα γλέντια βρέθηκε κι ένας Ηπειρώτης γανωτής, που πουλούσε την τέχνη Του στα χωριά μας. Είχε γνωρίσει το «Χρήστο» από παλιά, τον αναγνώρισε, τού μίλησε.

- Βρε, Νικόλα, τού λέει, πώς βρέθηκες εδώ;

Ο «Χρήστος» αγρίεψε, φοβήθηκε πως το μυστικό του, που κρατούσε χρόνια καλά κλει-ΐωμένο κινδύνευε να βγει στο φως. Τράβηξε ένα μαυρομάνικο μαχαίρι από το ζωνάρι του κι απείλησε τον Ηπειρώτη.

- Αν θες τη ζωή σου, τζάνεμ, κάνε πως δε με γνωρίζεις, πως δε μ' έχεις δει ποτέ.

Ο άλλος φοβήθηκε, λούφαξε, έκανε πως δεν το γνώρισε.

Η Χίος απέκτησε την πολυπόθητη λευτεριά της από τον Τουρκικό ζυγό. Οι Κουρουνιώτες πανηγύρισαν το γεγονός. Μόνο ο «Χρήστος» μαζεύτηκε, φοβήθηκε. Είχαν περάσει και τα χρόνια είχε γεράσει. Δεν είχε πια τη δύναμη να πάρει τα βουνά, να κρυφτεί. Καλά-καλά δεν μπορούσε να δουλέψει πα χωράφια. Για να βγάζει το ψωμί που έτρωγε έκανε μικροθελήματα. Τρόχιζε πριόνια, γυάλιζε παπούτσια, κουβάλαγε νερό στα σπίτια.

Η μοναξιά, πιότερο απ' τη σκληρή δουλειά τον είχαν καταβάλει. Ήταν κι ο φόβος μη πέσει στα χέρια τών εκπροσώπων τού Ελληνικού κράτους. Σιγά-σιγά μαράζωσε. Η αδούλω-η ψυχή του υποδουλώθηκε στα γεράματα. Το μυστικό του όμως, το κράτησε μέχρι τέλους καλά κρυμμένο. Ούτε στον παπά Νικόλα -που πήγε να τον κοινωνήσει λίγο πριν ξεψυχήσει- το φανέρωσε.

- Νικόλα, τού 'πε, να με μνημονεύεις... Αυτό είναι το πραγματικό μου όνομα!

Κι έσβησε, παίρνοντας μαζί το μεγάλο του μυστικό...


Η ιστορία τού Χρήστου ή Νικόλα, που έζησε στα Κουρούνια περίπου από το 1875 μέχρι ίγα χρόνια μετά την απελευθέρωση -οπότε και πέθανε- είναι πραγματική. Στηρίχθηκε σε 'εγονότα που είχαν την καλοσύνη να μου διηγηθούν οι: Νικόλας Ζαννής, Βασίλης Κεφάλας αι Γιάννης Μοσχούρης και στις ιστορίες του, που σαν παραμύθι μού λέγε όταν ήμουν παι-πη γιαγιά μου η Άννα. Τα μεγάλα κενά, που αναπόφευκτα υπήρχαν στις αφηγήσεις τους, τα συμπλήρωσε η φαντασία τού υπογράφοντος.

Η επικρατέστερη άποψη για το μυστικό τού Χρήστου ή Νικόλα, είναι εκείνη που υποστηρίζει ότι ήταν μέλος τής συμμορίας τών Αρβανιτάκηδων που έκαναν τη μργάλη ληστεία τού Δήλεσι το 1874 και ήταν απο τούς λίγους που γλύτωσε.

Ωστόσο δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις που να τεκμηριώνουναυτή την εκδοχή.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios