Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 20, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2000)

ΝΗΣΤΗΣΙΜΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΑ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

Καμιά δεκαριά μαυροφορεμένες γριούλες και κάνα δυο παππούδες ήταν όλο κι όλο το εκκλησίασμα. Η ασθενική φωνή του γέρο παπά, που εκτελούσε χρέη ψάλτη, χάνονταν στον τεράστιο χώρο της εκκλησίας του Αγιου Νικολάου, στα Πευκάκια. Αντιχτυπούσε στους θόλους και τις καμάρες της κι έσβηνε.

Εξω η Ασκληπιού, πολυσύχναστος πια δρόμος, έσφυζε από ζωή. Μια ζωή γεμάτη άγχος και αγωνία. Όλοι έτρεχαν βιαστικοί. Που και πού κανένας έκανε το σταυρό του. Πόσοι απ' αυτούς, άραγε, αναλογίστηκαν ότι είμαστε στην περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής και μέσα στην εκκλησία ψάλλεται η ακολουθία του Μεγάλου Αποδείπνου; Ελάχιστοι φαντάζομαι.

Ένας απ' αυτούς τους ελάχιστους και 'γω θυμήθηκα τα παιδικά και τα γυμνασιακά μου χρόνια (σ' αυτή την εκκλησία εκκλησιαζόμασταν ως μαθητές του γυμνασίου) και ανέβηκα τα σκαλιά -όχι με την ευκολία που τ' ανέβαινα τότε- για ν' ανάψω ένα κερί.

Η εικόνα της εκκλησίας που φωτίζεται αμυδρά με το φως των λίγων κεριών, με τις ελάχιστες σκυφτές μαυροφορεμένες φιγούρες, με γέμισε θλίψη. Στον επιβλητικά μεγάλο χώρο ένιωσα μικρός κι ανυπεράσπιστος μπροστά στο θεό. Κάθε φορά που νιώθω έτσι γίνομαι παιδί. Βρίσκομαι στα Κουρούνια, στην προσφιλή αγκαλιά τ' Αη Γιάννη, για να με σκεπάσει και να με προστατέψει.

Παιδί, λοιπόν, δεκαετίατού'60. Ακολουθίες των Μεγάλων Αποδείπνων την περίοδο της Μεγάλης Σαρακοστής στην εκκλησιά του Αη Γιάννη. Μια εκκλησιά μικρή, στα μέτρα του ανθρώπου, ζεστή, γεμάτη κόσμο. Μικροί, μεγάλοι όλοι κάτω από την ίδια αγκαλιά. Την αγκαλιά του σεβασμίου ασπρογένη γέροντα που μας κοιτάζει προστατευτικά από το τέμπλο. Την αγκαλιά του μεγάλου πατέρα και προστάτη μας. Όλοι κάτω από την ίδια σκέπη, σαν μια  οικογένεια.  Η  μεγάλη  οικογένεια  της  μικρής  κοινωνίας του

χωριού μας.

Τι ευλογία ήταν εκείνη. Τα λιγοστά κεράκια στα μανόλια και τα καντήλια μπροστά στις εικόνες φώτιζαν τις ασκητικές μορφές των Αγίων, προσδίνοντας τους υπερκόσμια διάσταση. Στο ιερό βήμα, η αυστηρή ασκητική μορφή του παπά Βασίλη, λες κι είχε βγει κατ' ευθείαν από διήγημα του Παπαδιαμάντη. Στα αναλόγια οι ψάλτες, ο Θανάσης κι ο Αντώνης έλεγαν από στήθους τους ψαλμούς. Την εικόνα συμπλήρωνε ο καντηλανάφτης, ο μπάρμπα Δημήτρης ο Κατσαρός -κι αργότερα ο μπάρμπα Νικόλας ο Κρτσάτος- που πηγαινοέρχονταν κουβαλώντας την παράξενη τρίποδη σκάλα τους. Καθώς έβλεπα σκαρφαλωμένο στο μεσαίο σκαλί της σκάλας το μπάρμπα Δημήτρη να «ξεφυτιλίζει» με το μοναδικό του χέρι -το άλλο το είχε χάσει στα νιάτα του με δυναμίτη- τα «μολυβίδια» των καντηλιών, θαύμαζα την επιδεξιότητα του.

Αυτό το «Αγιορείτικο» σκηνικό συμπλήρωναν οι κουρασμένες μορφές των συγχωριανών μας σκυφτές, ακουμπισμένες στα στασίδια τους. Ο κάματος της σκληρής αγροτικής δουλειάς δεν ήταν ικανός να αποτρέψει τους ταπεινούς εργάτες της γης να πάνε στην εκκλησία για να δοξολογήσουν το θεό.

Συνειδητά ή ασυνείδητα όλοι είχαν την ανάγκη ν' ακουμπήσουν σ' Εκείνον τις κουρασμένες και πονεμένες ψυχές τους για ν' αναπαυθούν. Η εικόνα ενός εκκλησιάσματος να προοτιίπτει σε ικετευτική γονυκλισία όταν οι, αείμνηστοι πλέον, Θανάσης Κεφάλας και Αντώνης Βουρνούς έψαλλαν εναλλάξ το "Κύριε των Δυνάμεων μεθ' ημών γενού..." θα μείνει ανεξίτηλα χαραγμένη στη μνήμη μου. Στην παιδική μου φαντασία αυτή η ομαδική γονυκλισία -μετάνοιες τις λέμε στη Χίο- μου θύμιζαν τις ομαδικές γονυκλισίες των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης, όταν πολιορκημένοι, παρακαλούσαν ικέτες την Παναγιά να σώσει την Πόλη από τα χέρια των Τούρκων.

Στα  μέσα  της δεκαετίας  του  '60  ο εφημέριος που υπηρέτησε


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios