Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 20, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2000)

ΝΗΣΤΗΣΙΜΑ ΑΠΟΔΕΙΠΝΑ 

του Πέτρου Ι. Μοσχούρη

περισσότερο από κάθε άλλο τον Αγιο, ο μακαριστός παπά Βασίλης Κοτσάτος, συνταξιοδοτήθηκε. Αποφάσισε, λοιπόν, μετά από πιέσεις των παιδιών του, που ζούσαν στην Αμερική, να μεταναστεύσει εκεί. Για ένα διάστημα η εκκλησία μας έμεινε χωρίς εφημέριο. Το χωριό μας άρχισε να ζει έντονα το πρόβλημα της μετανάστευσης. Μέσα σ' αυτό το διάστημα συνέπεσε και η Μεγάλη Σαρακοστή. Τ' απόβραδα δεν αντηχούσε πια η καμπάνα που καλούσε τους πιστούς στην εκκλησία. Κι αυτό το έφεραν βαρέως οι Κουρουνιώτες.

Ο μπάρμπα Θανάσης ο Κεφάλας, άνθρωπος με βαθιά πίστη και ευλάβεια, για να καλύψει το μεγάλο κενό που δημιουργήθηκε, αποφάσισε να πηγαίνει κάθε βράδυ στην εκκλησία και να διαβάζει τα αναγνώσματα και τους ύμνους που έλεγαν οι ψάλτες -που είναι και τα περισσότερα. Γειτονόπουλο εγώ, τον ακολουθούσα από κοντά για να του κρατώ τη λαμπάδα και να σιγοψιθυρίζω μαζί του όσα έψαλλε.

Αυτές τις χωρίς ιερέα ακολουθίες στην αρχή παρακολουθούσαν μονό λίγοι πιστοί. Στη συνέχεια όμως, όλο και περισσότεροι ερχόντουσαν στην εκκλησία. Και παρ' ότι τους έλειπε ο παπάς τους, εν τούτοις έδειχναν την ίδια ευλάβεια και την ίδια κατάνυξη σαν να υπήρχε ιερέας. Τέτοια βαθιά πίστη διέκρινε τότε τους συγχωριανούς μας.

Τα κατανυκτικά αυτά Μεγάλα Απόδειπνα παρακολουθούσαμε καθημερινά και όλα εμείς τα σχολιαρόπαιδα. Αυτή θα 'ταν η τρίτη φορά που τα παιδιά του Κάτω Χωριού θ' ανέβαιναν τον ανηφορικό Γολγοθά του Φτενάδου. Μια για το πρωινό σχολείο, μια για το απογευματινό σχολείο -τότε είχαμε και τ' απόγευμα σχολείο- και μια για να παρακολουθήσουν το Απόδειπνο.

Και αν για το σχολείο πολλοί από μας δυσανασχετούσαμε, για την εκκλησία ποτέ. Ήταν μια καλή ευκαιρία να ξαναβρεθούμε με τους σχολικούς μας φίλους, χωρίς το βραχνά των μαθημάτων και

της βέργας του δασκάλου. Τότε, βλέπετε, είχαν βέργα οι δάσκαλοι και έδερναν οι αφιλότιμοι και μερικές φορές αλύπητα.

Είχαμε όμως κι άλλο λόγο να θέλουμε να παρακολουθήσουμε αυτή την συγκεκριμένη ακολουθία. Τις δύο μεγάλες ευχές του τέλους, που αναπέμπονται μπροστά στις εικόνες της Παναγίας και του Χριστού δεξιά και αριστερά της Ωραίας Πύλης, γνωστές σε όλους ως "Άσπιλε, αμόλυντε..." και "Και δος ημίν Δέσποτα..." τις έψαλλαν τα παιδιά των μεγαλυτέρων τάξεων του σχολείου. Ποιοι θα ήταν οι... ψάλτες το αποφάσιζε ο δάσκαλος στο σχολείο.

θυμάμαι, μια από τις φορές που επέλεξε εμένα ο δάσκαλος, ο Μότσης, να πω το "Και δος ημίν Δέσποτα..." πέρασα ένα αγωνιώδες απόγευμα. Είχα πάρει μια μικρή σύνοψη της γιαγιάς μου (σύναψη την έλεγε εκείνη, θεός σχωρέσει την) με κιτρινισμένα από την πρλυκαιρία φύλλα και μελετούσα ακατάπαυστα την ευχή. Τέτοια ήταν όμως η αγωνία και το άγχος μου που, παρ' ότι την είχα μάθει σχεδόν απ' έξω (τη θυμάμαι απ' έξω ακόμη και σήμερα), ξέχασα να πω μια ολόκληρη παράγραφο. Το ρεζιλίκι ήταν μεγάλο και εκτός από τα πειράγματα και τις κοροϊδίες των συμμαθητών μας είχαμε τα ακόμη μεγαλύτερα -μερικές φορές χοντρά- πειράγματα ορισμένων από τους μεγάλους.

Ατέλειωτες ιστορίες υπάρχουν πάνω στα σαρδάμ και τα λάθη που γινόντουσαν από τους μικρούς μαθητές σ' αυτές τις εκφωνήσεις. Μια απ' αυτές είχε καταγράψει ο φίλος μου ο "Πάροικας" και είχε δημοσιεύσει στα "Κατά Λόντζα" ο "Αυλόγυρος".

Όσο, όμως κι αν δεν τα καταφέρναμε ως «μαθητευόμενοι ψάλτες» στις μονοφωνίες, μερικοί από μας διατελέσαμε μικροί λαμπαδάριοι στα αναλόγια. Για τους νεότερους και τους μη γνωρίζοντες αναφέρουμε ότι λαμπαδάριοι λέγονταν εκείνοι που βρίσκονται στα ψαλτικά αναλόγια και  κρατούσαν  μια  αναμμένη


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios