Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 21, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2000)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΉταν μια φορά

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Αρχές Οκτώβρη. Μέρες φθινοπώρου. Τα φύλλα τού γερο-πλάτανου στον αυλόγυρο τής εκκλησιάς είχαν αρχίσει να κιτρινίζουν. Ηταν ένα κάποιο συνηθισμένο πρωινό. Κι εμείς, καμιά τριανταριά παιδάκια, παίρναμε το πρωινό μας στο παλιό σχολείο τού χωριού μας. Εποχή μαθητικού συσσιτίου για την Ελληνική ύπαιθρο. Σκόνη γάλακτος με κακάο και τυρί κονσέρβας, φερμένα θαρρώ απ' την Ολλανδία. Τσάι σαν τύχαινε Τετάρτη ή Παρασκευή.

Με το τέλος τού πρωινού, παίρναμε το δρόμο για το σχολειό, πού 'ταν σε κοντινή απόσταση. Ίσια, μπροστά από τις εξωτερικές σκάλες ήταν το γραφείο τού δασκάλου. Δεξιά κι αριστερά ήταν οι αίθουσες διδασκαλίας. Αυτή στα δεξιά, είχε μια μόνιμη θεατρική σκηνή. Θυμάμαι τις βαθύ-μπλε κουρτίνες τής αυλαίας κι ένα τεράστιο χάρτινο αρχάγγελο παραδίπλα, πού 'χε ξεμείνει για χρόνια, ύστερα από μια χριστουγεννιάτικη γιορτή. Η αίθουσα στ' αριστερά, χρησίμευε για διδασκαλία. Το σχολείο είχε γίνει μονοθέσιο. Σχολείο και χωριό είχαν πια διαβεί τη ζώνη τού λυκόφωτος.

Στην αίθουσα διδασκαλίας υπήρχαν τρεις σειρές πράσινα θρανία. Δυο-Δυο καθόμαστε σ' αυτά, κοιτάζοντας κατά την έξοδο κι έχοντας πίσω μας το ιερό τ' Αη-Γιαννιού. Στα δεξιά μια σειρά πράσινα παράθυρα, κι ίσια καταμπροστά ο πίνακας. Πάνω στον αριστερό τοίχο δέσποζαν οι εικόνες των ηρώων της επανάστασης. Και πάνω απ' αυτές, σαν να τις στεφάνωναν, κάποιες βαθυγάλαζες ταινίες που 'γραφαν, "Ζήτω το 'Εθνος", "Ζήτω ο Στρατός". Στη γωνιά η ξύλινη έδρα τού δασκάλου, κι αμέσως δίπλα, ένας μεγάλος χάρτης τής Ελλάδας, που κάτω-κάτω έγραφε "εκδόσεις: ΜΕΓΑ".

Κάθε σειρά θρανίων αντιπροσώπευε δυο τάξεις. Εμείς ...οι μεγάλοι τής πέμπτης και τής έκτης καθόμαστε κατάντικρυ στην πόρτα και δίπλα στα παράθυρα. Δάσκαλός μας εκείνο τον καιρό ο κύριος Μότσης. Φόραγε γυαλιά,  είχε  μέτριο  ανάστημα  κι έσερνε

μαζί του την ηπειρωτική προφορά του. Ο δάσκαλος ήταν νέος και στο χωριό και στη δουλειά του. Ήταν οι πρώτες μέρες της γνωριμίας μας, κι άρχιζε τα μαθήματα απ' τις μικρές τάξεις.

Εκείνο το πρωινό, ο νιόφερτος δάσκαλος, προσπαθούσε να διαγνώσει το επίπεδο τών μαθητών του, απευθυνόμενος στο σύνολο με ποικιλία ερωτήσεων. Κάποτε έφτασε και στο μάθημα της Ιστορίας. Ρώτησε λοιπόν ο "δυστυχής", "σε ποιά μεγάλη μάχη πολέμησε ο Κολοκοτρώνης;". Κάποιος "μεγάλος", ψιθύρισε γελώντας πονηρά κάτι. Το "τσίμπησε" κάποιο μαθητούδι, κι ολόχαρο πετάχτηκε φωνάζοντας. "Κύριε !!!, Κύριε!!!", "Πες το", του είπε ο δάσκαλος. "Στου Λουρί !!", φωνάζει ο μικρούλης. Θύελλα τα χαχανητά απ' όσους ξέρανε. Μα ο δάσκαλος συνέχισε απτόητος. Κάποια στιγμή έδειξε τη φωτογραφία της Μπουμπουλίνας, που κρέμονταν στον τοίχο, και ρώτησε. "Ποιά είναι αυτή;" Πετιέται τότε κάποιος άλλος, και τού λέει αβίαστα και φυσικά, "η θεία-Μαριγώ!!!" Ευθύς ο καλός δάσκαλος κατάλαβε πως είχε να κάνει όχι μόνο με πλακατζήδες μα και αμαθείς. Τέλος, γέλασε κι αυτός, μια κι όλες οι γερόντισσες στο χωριό μας φόραγαν κεφαλομάντηλο, κι έμοιαζαν άθελά τους με την αγέρωχη ηρωίδα της Επανάστασης.

Οσο ο δάσκαλος ήταν απασχολημένος με τις μικρές τάξεις, συνήθως τις πρωινές ώρες, παρακολουθούσα τούς Φταναδούσους που κινούσαν για τις δουλειές τους. Συχνά έβλεπα το μπάρμπα-Δημήτρη τον Κοτσάτο να συνοδεύει τον αγροτικό μας γιατρό, Ζωρζή Βαρκάρη, μακαρίτη πια, στις κοντινές του περιοδείες. Συνηθισμένη σκηνή, σ' εκείνα τα όμορφα πρωινά, η προσπάθεια του γιατρού να καβαλήσει το κόκκινο, ψηλόσωμο μουλάρι τού μπαρμπα-Δημήτρη. Υποθέτω πως ο γιατρός θα το ρωτούσε: "Που να πούμε Δημήτρη, το ζωντανό το βλέπω ζωηρό σήμερα, λες να με σερβίρει;" Και η απάντηση τού μπάρμπα-Δημήτρη θα ήταν: "Αγαπητέ μου κύριε γιατρέ, το μουλάρι μου ει βολικό  σα  κάττης.  Ε  σε  κόφτει  και  α  τού  ζέψω κανά δυό με το


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios