Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 21, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2000)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΉταν μια φορά

του Γιώργου Β. Κεφάλα

λαλητήρι." Την προσήλωσή μου στα δρώμενα, έξω από την αίθουσα, διέσπασε ένα κτύπημα στην πόρτα. Ο δάσκαλος άνοιξε, κι ευθύς παρουσιάστηκε ο Στάθης, ο χωροφύλακας. Αυτός φόραγε πάντα πολιτικά, κι είχε ένα ραδιόφωνο στο χέρι. Τούτο ήταν η μόνιμη συντροφιά του. Τόσο πολύ είχαν συνδέσει οι χωριανοί το Στάθη με την έννοια ραδιόφωνο και μουσική (πράγμα απαράδεκτο για τα ήθη της εποχής), που σαν έβλεπαν κάποιο να περιφέρεται μ' εκείνα τα μικρά τρανζίστορ, τον "βάπτιζαν" με συνοπτικές διαδικασίες "Στάθη".

Ο χωροφύλακας λοιπόν , σε άψογα ρουμελιώτικα, ενημέρωσε το δάσκαλο για τη δράση τών μαθητών του. Ποιο ήταν όμως το πρόβλημα; Οι σψήκες βέβαια, και ο πόλεμος που τούς είχαμε κηρύξει, οι περισσότεροι, από τότε που αρχίσαμε να περπατάμε Τα κοκκινοκίτρινα έντομα έκαναν τις αποικίες τους στις ξερολιθιές, συνήθως έξω από το χωριό. Η καταστροφή τους ήταν το αγαπημένο μας παιχνίδι, γιατί ήταν επικίνδυνο. Ύστερα, οι πιο πολλοί, είχαμε δοκιμάσει τα οδυνηρά τους τσιμπήματα στο πρόσωπο και στα χέρια μας. Η "γνώση", μας για το αντικείμενο ήταν μεγάλη, καθώς γνωρίζαμε ακόμα και τα γιατροσόφια για ν' απαλύνουμε τον πόνο απ' το κεντρί τους. Η φρέσκια τομάτα και το κατάπλασμα, φτιαγμένο από χώμα και ούρα, ήταν τα πρωτόγονα αντισηπτικά μας. Σαν οι μανάδες μας ανακάλυπταν τα πρηξίματα, το ξύλο για σωφρονισμό ερχόταν να προστεθεί στον πόνο απ' το κεντρί του εντόμου.

Παρ' όλα αυτά, το παιδικό μας μυαλό, είχε ποτισθεί με την ιδέα, πως η καταστροφή της σφηκοφωλιάς ήταν "κοινωνική προσφορά". Βέβαια εκτός απ' εμάς, τούς μικρούς "Ρομπέν των ... σφηκών", που κτυπούσαμε κι εξαφανιζόμαστε πίσω από πέτρες και δέντρα, το "μάρμαρο" πλήρωναν οι ανυποψίαστοι συγχωριανοί μας που περνούσαν αμέριμνοι πάνω στα γαϊδουράκια τους δεχόμενοι τη μήνη των αγριεμένων εντόμων. Έτσι,  αυτό  το  "ιδανικό"  μας,  να  "σώσουμε" οπωσδήποτε τούς

συγχωριανούς μας από τις σφήκες, είχε σαν αποτέλεσμα από τις αρχές Ιουλίου μέχρι τα μέσα Οκτωβρίου, το μισό χωριό να υποφέρει από πρηξίματα και να θέλει "....v' αφαλοκόψει τα διαβολόπαιδα".

Τις μέρες, λοιπόν, που ο χωροφύλακας εμφανίσθηκε στο σχολείο, είχε προηγηθεί ένα αλησμόνητο περιστατικό. Κάποιο απόγευμα, ένας ανυποψίαστος γέροντας καβάλα στο ζωντανό του πήγαινε σε κάποια αγροτική ασχολία. Κατηφόριζε το δρόμο που ενώνει το Κάτω Χωριό με το γεφυράκι στη βρύση του Ζαννή. Οι μικροί "Ρομπέν των σφηκών", με τα κοντά πανταλονάκια και τα γδαρμένα γόνατα, είχαν κτυπήσει τη σφηκοφωλιά κι εξαφανισθεί μ' αλαλαγμούς τρόμου πίσω από δέντρα και πεζούλια. Ο δυστυχής γέροντας και το άτυχο γαϊδούρι πέρασαν λίγο αργότερα. Η αποικία τών εντόμων ήταν σε αναβρασμό. Ο γέροντας σώθηκε μάλλον από το καπέλο του. Το ζωντανό όμως στύλωσε τα πόδια του έχοντας τα οπίσθιά του στην είσοδο της σφηκοφωλιάς. Ύστερα απ' τα μαζικά τσιμπήματα το γαϊδούρι άρχισε να τρέχει και να κλωτσά. Ο γέροντας αγανακτισμένος άρχισε να φωνάζει και ν' απειλεί, μήπως και τον ακούσουμε απ' τις κρυψώνες μας. "Εεεε !!! βρε αφορισμένα και σας τσακώσω!!!", κι ύστερα, "Αχ!!! που να τα φα ο τάντανος που εγιετώσα τη σφηκιά" και μετά μονολογούσε, "Που α τού βάλω τώρα τις πιστιές με το κώλο του ολοκόκκινο". Ο γέροντας κατέφυγε στο χωροφύλακα κι εκείνος με τη σειρά του στο δάσκαλο. Κανείς όμως δεν μας είδε, κι έτσι η σιωπή μάς έσωσε ακόμα μια φορά.

Μ' αυτές τις σκέψεις πέρασε η ώρα, κι έφτασε η στιγμή για το μεσημεριανό φαγητό. Όλοι μαζί κινήσαμε τρέχοντας για το παλιό σχολείο. Στην πρώτη, τη μικρότερη αίθουσα, υπήρχε η τραπεζαρία. Κρατώντας το πιάτο μας, όρθιοι περιμέναμε ανυπόμονα τη σειρά μας. Ύστερα, μ' απόλυτη ησυχία ψιθυρίζαμε μια προσευχή. Συνήθως τρώγαμε το φαγητό, εκτός κι αν ήταν Παρασκευή που μάς έδιναν πλιγούρι.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios