Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 21, Μάϊος - Ιούνιος - Ιούλιος 2000)

ΤΑ ΚΑΤΑ ΛΟΤΖΑΉταν μια φορά

του Γιώργου Β. Κεφάλα

Με το τέλος τού μεσημεριού, παίρναμε το δρόμο για το σπίτι μας. Ήταν απαγορευμένο να παίζουμε στον αυλόγυρο τής εκκλησιάς μέχρι το απογευματινό μάθημα. Αλλωστε, εκείνη την εποχή κάναμε μαθήματα πρωί κι απόγευμα, εκτός Τετάρτης και Σαββάτου. Ο δάσκαλος έπρεπε να προφθάσει τα πάντα. Το σχολείο ήταν μονοθέσιο.

Περασμένο μεσημέρι. Η καμπάνα τ' Αη-Γιαννιού μάς καλούσε πάλι για τις απογευματινές ώρες. Σημάδι για μάς τούς Κατωχωρούσους, πως έπρεπε να κινήσουμε την ανηφόρα κατά το σχολειό. Με τέτοια γυμναστική, δυο φορές την ημέρα, συν τούς εσπερινούς τα βράδια, η φυσική μας κατάσταση ήταν παραπάνω από άριστη.

Το απόγευμα, η ώρα κυλούσε γρήγορα. Κάποιο απ' αυτά τα γλυκύτατα δειλινά, λίγο πριν την προσευχή για το τέλος τής ημέρας, ένας μικρός της πρώτης, σηκώνει το χεράκι του και λέει στο δάσκαλο με αφέλεια. "θείε !!!, καλέ θείε !!!, άμα πατούμε σταφύλια αύριο εγώ δεν έρκομαι!!!" Ήταν αρχές Οκτώβρη, και στα μέρη μας σαν έκαναν κρασί, φάνταζε πιότερο κι από σχόλη.

Το τέλος της σχολικής μέρας δεν ήταν όμοιο για όλους. Κάποιοι έπρεπε να φροντίσουν για το αυριανό συσσίτιο. Έτσι ο δάσκαλος είχε ορίσει τον ...αρχισυντάκτη του "Αυλόγυρου", συμμαθητή μου και φίλο, μαζί κι εμένα, για να φροντίσουμε τις μερίδες τών παιδιών. Έπρεπε, λέει, να ζυγίζουμε τα όσπρια, τη σκόνη γάλακτος, τη ζάχαρη και το κακάο, ώστε η μαγείρισσα να τα βρει στη θέση τους. Εγώ ζύγι δεν ήξερα, έτσι τη δουλειά την έκανε ο Πέτρος. Μα σαν άρχιζε να ζυγίζει, ιδιαίτερα τη ζάχαρη και το κακάο, έβαζα το δάκτυλο στη ζυγαριά ασυναίσθητα για να δοκιμάζω τα αγαθά τού καλού Θεού. Του χαλούσα τότε τη μέτρηση, κι αυτός φορές με συμβούλευε, άλλοτε με διαβολόστελνε και κάποτε... αγανακτισμένος δοκίμαζε κι αυτός.

Σαν τελειώναμε το ζύγισμα, συνήθως έφτανε και το λεωφορείο της γραμμής από τη Χώρα. Ο ερχομός του ήταν ένα άλλο παιχνίδι

για μάς. Το κυνηγούσαμε σα τα σκυλιά μέσα σε σύννεφο σκόνης που σήκωνε ο χωματόδρομος, αλαλάζοντας "Να το λεφορείο!!! Να το λεφορείο!!! Η εμφάνισή του ήταν για μάς κάτι μοναδικό. Ίσως η επικοινωνία με τον έξω κόσμο, γι' αυτό η άφιξή του σήμαινε συναγερμό στην παιδική ψυχή μας. Κάποιους ίσως μάς έφερνε, κάτι μπορεί να μάς φίλευαν. Ακόμα μπορεί ν' ακούγαμε και πράγματα που γίνονταν πέρα στις μεγάλες πολιτείες, τις μακρινές απ' το μικρό μας τόπο.

Έτσι κυλούσαν οι μέρες μας την άδολη εποχή. Γελαστά κι αγαπημένα πρόσωπα μιας μικρής κοινωνίας παρέλαυναν καθημερινά μπροστά μας. Κάπως έτσι γράφτηκε το πρώτο κεφάλαιο στο βιβλίο τής ζωής τών τριάντα μαθητών τού δημοτικού μας σχολείου. Ελάχιστα χρόνια μετά, οι άνθρωποι σκόρπισαν. Ο γέρο-πλάτανος στον αυλόγυρο τής εκκλησίας τ' Αη-Γιαννιού έμεινε ασυντρόφευτος. Οι φωνούλες και τα γέλια χάθηκαν. Το σχολείο μας έκλεισε για πάντα. Κι έτσι μάς έμεινε να λέμε, ήταν μια φορά...

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios