Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 22, ’υγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2000)

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ 

του Γιάννη Παν. Κεφάλα

Καλοκαίρι, η ωραιότερη μου εποχή! Από μικρό παιδί περίμενα πάντα το καλοκαίρι με ανυπομονησία. Δεν ήταν μόνο ο καλός καιρός, αλλά και οι διακοπές από το σχολείο, τα μπάνια στη θάλασσα, το παιχνίδι, οι παρέες και τόσα άλλα που προσφέρει αυτή η εποχή.

Τέλος δεκαετίας τού '60 με αρχές '70. Τα σχολεία έκλεισαν κι εγώ δεν βλέπω την ώρα να φύγω για τις καλοκαιρινές διακοπές μου στο χωριό. Με τη φαντασία είμαι κιόλας εκεί. Ψάχνω την παρέα, τούς φίλους, χάνομαι στα ίδια στέκια τα παιδιάστικα. Γνώριμα σοκάκια, χαλάσματα, δέντρα, λαγκάδια και αυλές.

Φέτος για πρώτη φορά θα πάρω το λεωφορείο μόνος μου. Αισθάνομαι πια άντρας υπεύθυνος και σοβαρός κι ας είναι το μαλλί μου ένα πόντο από το καλοκαιρινό κούρεμα.

Φτάνουμε στο λεωφορείο! Τελευταίες παραγγελίες της μητέρας... "Αυτό θα το δώσεις του παππού, αυτό της γιαγιάς, αυτό του θείου". Εμένα όμως το μυαλό μου είναι αλλού. Κοιτάζω αν το λεωφορείο που πάει ΚΟΥΡΟΥΝIΑ-ΑΓIΟ ΓΑΛΑ είναι πούλμαν. Στη γλώσσα μας τότε "πούλμαν" σήμαινε κάθε καινούργιο λεωφορείο! 'Οντως είναι καινούργιο. Πρώτη μου χαρά! Κι αυτό γιατί δεν άντεχα καθόλου τη σκόνη και τη μυρωδιά της βενζίνης από τα παλαιά λεωφορεία. Τώρα βρίσκομαι πλέον μέσα. Κάνω την προσευχή μου να μην είναι γεμάτο για να πάω καθιστός. Βλέπεις ο σεβασμός απαιτεί να σηκωθώ αν υπάρχει κάποιος ηλικιωμένος που είναι όρθιος για να του προσφέρω τη θέση μου. Ευτυχώς βρήκα θέση. Τώρα σκέφτομαι να βρω κάποιο γνωστό ή φίλο. Βλέπω πολλούς γνωστούς χωριανούς μα όχι φίλους της ηλικίας μου.

Η μητέρα στοιβάζει τις σακούλες γύρω απ' τα πόδια μου. Τα καλάθια   τα   πήρε ο εισπράκτορας στην πάνω σκάρα του λεωφορείου.

"Ξυραφάκια, τσατσάρες, λάστιχα!!!" ακούγεται τώρα η γνώριμη φωνή του μικροπωλητή μα εγώ είμαι αδιάφορος σ' αυτά. Δεν βλέπω την ώρα να φύγουμε μην τύχει κι έρθει κι άλλος και χάσω τη θέση μου.

Σε λίγο το λεωφορείο φεύγει αργά-αργά, κάνει τη βόλτα της πλατείας και αναβαίνει προς τη Λέτσαινα. Στάση εκεί για να πάρουμε τις τελευταίες παραγγελίες, τα ψωμιά.

Τώρα πια ανηφορίζουμε το Αίπος. Το τοπίο είναι μαγευτικό λες και είσαι στο αεροπλάνο. Η θάλασσα λαμπιρίζει από τον καλοκαιρινό ήλιο και δυσκολεύεσαι να τη δεις. Μόνο το καραβάκι που πάει στις Οινούσσες σχίζει τα γαλανά και ήρεμα νερά. Στα πόδια μας η Χώρα κοιμάται, ξεκουράζεται. Είναι περασμένο μεσημέρι. Οταν το λεωφορείο είχε πιάσει τον ’γιο Γιώργη στο Φλώρι, η ζέστη αρχίζει σιγά-σιγά να φουντώνει. Τούς περισσότερους επιβάτες στροφή τη στροφή τούς έπαιρνε ο ύπνος, καθώς ήταν κουρασμένοι από τα τρεξίματα στη Χίο. ’λλοι πάλι, κοιμόντουσαν για να μη ζαλιστούν.

Πρώτη στάση στον ’γιο Σίδερο. Οι μισοί επιβάτες κατεβαίνουν να δροσιστούν στο καφενείο τού Κουρούνη. Πολλοί θα μείνουν εκεί να περιμένουν το λεωφορείο να πάει στο Πιτυός και να γυρίσει Εγώ μένω στη θέση μου από το φόβο μήπως και τη χάσω. Τι σημασία έχει αν έχεις τα πράγματά σου πάνω στο κάθισμα. Ο κόσμος δεν καταλαβαίνει. Το ταξίδι είναι μεγάλο και κουραστικό. Οι άνθρωποι κουρασμένοι.

Το λεωφορείο επιστρέφει. Ξαναγεμίζει μ' αυτούς που άφησε πριν και χάνεται στο πευκοδάσος, στα ρετσινάδικα. Για μάς, τα παιδιά, ήταν η ωραιότερη διαδρομή. Νομίζαμε πώς μπαίναμε σε άλλο πλανήτη.

Δεύτερη στάση στην Κατάβαση. Ξανακατεβαίνει ο κόσμος. Αυτή τη  φορά  βγαίνουν  περισσότεροι.  Παρ'  ότι  το  νερό   μέσα  στο


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios