Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 22, ’υγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2000)

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ 

του Γιάννη Παν. Κεφάλα

λαγκάδι είναι ανάγκη και πρόκληση μέσα στο καλοκαίρι, εγώ μένω κολλημένος πάνω στη μουσκεμένη από τον ιδρώτα θέση μου.

’λλη μία παράκαμψη για τη Σιδηρούντα. Στη διασταύρωση θα κατεβούν πολλοί για να αποφύγουν τη διαδρομή πήγαινε-έλα στη Σιδηρούντα. 'Εχουν εφοδιαστεί αναψυκτικά από την Κατάβαση, διαλέγουν παχύ δροσιό και περιμένουν. Στο βάθος η θάλασσα τής Σιδερούντας δεν διακρίνεται καλά από την αντηλιά τού ήλιου. Φτάνουμε στην πλατεία τού χωριού. Το λεωφορείο περικυκλώνετε από χωριανούς. ’λλοι από περιέργεια και άλλοι γιατί περιμένουν κάτι, όλο το χωριό έρχεται κοντά. Το λεωφορείο τότε ήταν ζωή για τα χωριά. Τα παιδιά έρχονταν κοντά από περιέργεια και οι μεγάλοι για να πάρουν ή να δώσουν κάτι ή να βρουν κάποιο γνωστό να πιάσουν κουβέντα. Παρ' ότι δεν έρχομαι συχνά εδώ το θυμάμαι καλά αυτό το χωριό. 'Ημουν ένας από τούς επιβάτες όταν, για πρώτη φορά, είχε έρθει εδώ το λεωφορείο. Τότε ήταν σαν πανηγύρι. Ο κόσμος έμπαινε μέσα και μάς κερνούσε αμύγδαλα και σύκα με σούμα. Το θυμάμαι σαν τώρα γιατί μού είχε κάνει μεγάλη εντύπωση.

Το λεωφορείο επιστρέφει. Παίρνει πάλι τούς επιβάτες που είχε αφήσει και κατηφορίζει για τη Βολισσό. Σε λίγο περνάμε τον κάμπο τής Βολισσού. Μετά το γεφύρι τής Χωρής, που στα παιδικά μας μάτια ήταν ένα από τα θαύματα τού κόσμου, αντικρίσαμε το γυμνάσιο, το κάστρο. Περνάμε το στενό κατηφορικό δρομάκι που οδηγεί στην κεντρική πλατεία. Εδώ είναι η ...πρωτεύουσα τών βορειοχώρων. Υπάρχουν περισσότερα μαγαζιά, σπίτια, εκκλησίες, άνθρωποι. Το λεωφορείο σταματά λίγο παραπάνω, αλλά και πάλι ξεκινάει. Οι πιο ξεχασμένοι μόλις που προλαβαίνουν να κάνουν τα ψώνια τής τελευταίας στιγμής που ξέχασαν να πάρουν από τη Χίο.

Αφήνουμε τη Βολισσό πίσω μας. Από 'δω ξεκινάνε τα δύσκολα. Χωματόδρομος και κακοτοπιές. Δεν ξέρω αλλά φοβόμουν λίγο το τοπίο. Με τρόμαζε η ιδέα ότι ολόκληρο αυτοκίνητο πήγαινε σε τόσο στενό και κακόβολο δρόμο. Αγκομαχώντας φτάνουμε στην Ποταμιά. Εδώ η στάση γίνεται πιο πέρα στο κυνηγετικό περίπτερο πάντα. Δεν κατάλαβα ποτέ μου το γιατί.

Λίγο μετά την Ποταμιά φαίνεται ο κομμένος πύργος τών Χαλάνδρων. Περνάμε εκείνη την απότομη στροφή στην άκρη τού χωριού. 'Οσοι περνούν αυτή στροφή πάντα σφυρίζουν, λες και το 'χουν τάμα στην Αγιά Παρασκευή.

Ακόμη μια στάση στ' Αφροδίσια. Κοιτάζω από το παράθυρο το χωριό και με πιάνει δέος. Παναγιά μου πως στέκονται εκεί πάνω τα σπίτια;

Η συνέχεια μού επιφύλασσε μια ακόμη έκπληξη. Το λεωφορείο αντί να πάρει τον ανηφορικό δρόμο για Εγρηγόρο Κουρούνια κατηφόρισε για Κέραμο-Λεπτόποδα. Παναγιά μου, σκέπτομαι, σήμερα βρήκε να τα πάρει βόλτα όλα τα χωριά; Θα βραδιάσει και δε θα προλάβω να παίξω μπάλα στον αυλόγυρο.

Φιδωτός και κατηφορικός ο δρόμος μάς βγάζει στην Κέραμο. Περνάμε το ωραίο πευκοδάσος πάνω από τα κλειστά μεταλλεία. Στο μυαλό μου έρχονται οι ιστορίες που είχα ακούσει γι' αυτά και βλέποντάς τα μπροστά μου ένα δέος γεμίζει τη ψυχή μου.

Ανηφορίζουμε πια για τα Λεπτόποδα. Κι αυτό το μέρος το θυμάμαι καλά. Μια φορά τα Χριστούγεννα για να περάσουμε απέναντι τον ποταμό βγήκαμε έξω όλοι οι επιβάτες και στρώναμε το δρόμο με πέτρες γιατί τον είχε χαλάσει το νερό, που τρέχει μόνο το χειμώνα. 'Οπως πήγαμε γυρίσαμε. Ο κόσμος πια στο λεωφορείο λίγος και κουρασμένος. Εκτός από εμένα που δεν ξεκολλούσα τα μάτια μου πάνω από τον οδηγό. Τον έβλεπα σαν γίγαντα που έκανε κάτι που για μένα ήταν  ακατόρθωτο.  'Ονειρο

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios