Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 22, ’υγουστος - Σεπτέμβριος - Οκτώβριος 2000)

ΤΟ ΛΕΩΦΟΡΕΙΟ 

του Γιάννη Παν. Κεφάλα

ζωής να γίνω κι εγώ κάποτε οδηγός λεωφορείου. Παιδική ψυχή, παιδικά όνειρα. Κι όμως ακόμη και τώρα στα σαράντα μου κάπου το καλοδέχομαι να κάνω τη διαδρομή σαν οδηγός λεωφορείου.

Με τα μάτια καρφωμένα στον οδηγό ούτε που κατάλαβα πότε περάσαμε από τον Πεντιά. Κρανίου τόπος για μάς. Κάνω το σταυρό μου πάντα, γιατί εδώ λένε ότι το βράδυ σφαντάζει. Μπορεί να 'ναι κανένας σίγουρος ακόμα και τη μέρα, όταν μάλιστα είναι μόνος του. Παιδικών σκέψεων συνέχεια.

Κάτω απ' το δρόμο φαίνεται ο Εγρηγόρος με το γνωστό γήπεδο τού σχολείου, όπου γίνονται τα θρυλικά ματς, και η εκκλησία τού Χριστού με το πανηγύρι στις 6 Αυγούστου. Στη στάση βλέπω γνωστά μου πρόσωπα αλλά αδιάφορα σε μένα. Βιάζομαι πλέον να φτάσω.

Περνάμε την Πατημένη. Γλυκιά ανατριχίλα περνάει το κορμί μου ακόμη και σήμερα. Η γνωστή μαγευτική θέα ξανά μπροστά μου. Για μένα από 'δώ αρχίζει ο παράδεισος Τα Γαλάτου, η Αγιά Ματρώνα, ο ’γιος Προκόπης, τα Ψαρά και δίπλα μου ολόγυρα τα χωράφια, τα μονοπάτια, όλα γνώριμα.

Κοιτάζω αχόρταγα παντού. Να ο Μύλος, ο ’γιος Γιώργης, η Αμανή, η Πάνω Παναγιά, το άγαλμα τού μπουλντοζιέρη και η στροφή τού Καβαλάρη.

Μπροστά μου φαίνονται τα πρώτα σπίτια τού χωριού, το σχολείο και το Ηρώον. Η ταμπέλα λέει ΚΟΥΡΟΥΝΙΑ που σημαίνει για μένα το τέρμα. Κατηφορίζουμε μπροστά απ' το σχολείο κι εγώ απ' τ' ανοιχτό παράθυρο ακούω τις φωνές τών παιδιών που παίζουν στον αυλόγυρο τής εκκλησίας. Φωνές γνώριμες κι αγαπημένες. Το λεωφορείο σφυρίζει και τα παιδιά χύνονται σαν σίφουνας για να το προϋπαντήσουν. Πολλές παιδικές φωνές κραυγάζουν "Το λεφορείο !!! Το λεφορείο". Εκφράζουν έτσι τη μεγάλη  χαρά  τους  και σκορπίζουν  το άγγελμα  τής  άφιξης  τού

λεωφορείου και στους άλλους χωριανούς. Τα παιδιά περικυκλώνουν το λεωφορείο με τη λαχτάρα ότι όλο και κάποιος φίλος θα έρθει με καινούργια μπάλα, μπισκότα, λουκούμια, σπόρους, φιστίκια και προπαντός νέα. Νέα σχολικά, αθλητικά, καλαμπούρια.

Τα πόδια μου μουδιασμένα πατάνε την πλατεία τού χωριού μου. Παιδικός κλοιός γύρω μου. Φωνές, γέλια, ερωτήσεις, φιλιά, αγκαλιές, όλα μαζί. Φτάνω στο σπίτι τού παππού και κάθομαι στο "ξάτο" να ξεζαλιστώ λίγο. Οι φίλοι τριγύρω μου. Ώρα ν' ανοίξουν οι σακούλες και τα καλάθια για ν' ακολουθήσει το κέρασμα. Με την άκρη τού ματιού μου βλέπω το λεωφορείο να "γκίβει" τον Καβαλάρη. Τραβάει πάλι για τη Χώρα. Χαίρομαι που δεν είμαι μέσα. Σαν αστραπή περνάει, όμως, απ' το μυαλό μου ότι μια μέρα θα τελειώσουν οι διακοπές μου κι εγώ θα πάρω πάλι το λεωφορείο για την επιστροφή με τελείως αντίθετα συναισθήματα.

Ως τότε στο καλό και καλό σου ταξίδι αγαπημένο μου λεωφορείο. Λεωφορείο γεμάτο όνειρα και αναμνήσεις. Τώρα, τριάντα τόσα χρόνια μετά, σάς βλέπω, ερείπια πια, να ξεκουράζεστε σε ξεχασμένες αυλές και χαράδρες. Τα σκουριασμένα παλιοσίδερά σας, όμως, κρύβουν μέσα τους τόσα και τόσα όνειρα και αναμνήσεις, δικά μου και τόσων άλλων. 'Ονειρα που τα γνωρίζουμε μόνο εσείς κι εγώ, κανένας άλλος. Αναμνήσεις που ποτέ δεν πρόκειται να σβήσουν ούτε ο χρόνος, ούτε η σκουριά.

Αφιερωμένο σε όλους τούς επώνυμους οδηγούς και εισπράκτορες και ειδικά στους δικούς μας Μιχαλάκο (Μιχάλη Ι. Μίχαλο) και Γιάννη Χ. Βορριά.

Πίνακας επιλογής άρθρου

© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios