Αυλόγυρος

(ΧΡΟΝΟΣ 5ος, ΤΕΥΧΟΣ 24, Φεβρουάριος - Μάρτιος - Απρίλιος 2001)

Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ 

του Ισίδωρου Π. Κατσαρού

Βράδυ πια, φθάνω στο σπίτι κουρασμένος και πεινασμένος, πιστεύοντας ότι κάπου εδώ τελειώνουν τα βάσανα τής ημέρας. Η ένταση στο σπίτι έκδηλη, αλλά πριν προφθάσω να ρωτήσω τι γίνεται, ο γιος μου με βάζει κατευθείαν στο πρόβλημα, λέγοντας ότι θέλει να κουρευτεί γουλί, αφήνοντας μπροστά στο μέτωπο ένα τσουλούφι.

Η μητέρα του διαφωνεί κι εγώ αστραπιαία γυρίζω χρόνια πίσω. Τότε, που πιτσιρικάδες κάναμε υπεράνθρωπες προσπάθειες να διατηρήσουμε λίγο μαλλί παραπάνω και για όσο χρόνο πιο πολύ μπορούσαμε. Τότε, που όταν έκλειναν τα σχολεία, παιδιά απ' όλα τα σημεία τής γης, φτάναμε στο χωριό στις αρχές τού καλοκαιριού, για να περάσουμε τις διακοπές με τούς γονείς, τούς παππούδες και τις γιαγιάδες, και το πιο σημαντικό, με τούς φίλους τού κόσμου, που μάς συνδέουν τόσα πολλά. Τότε, που πιτσιρικάδες, με τα κοντά παντελονάκια και τα ματωμένα γόνατα είχαμε τον μπουλαντζέ στην τρίχα, σημάδι μαγκιάς και γοητείας. Τότε λοιπόν έρχεται στο μυαλό μου μια αντίστοιχη στιγμή, που καυγαδίζω με την μητέρα για τον ίδιο λόγο. "Να πας το βράδυ στον Αντώνη να σε κουρέψει! Μη τυχόν και δεν πας! Θα σε κάνω μαύρο! Να τού πεις να σε κουρέψει γουλί".

Το κούρεμα ήταν μια υποχρέωση όλων τών παιδιών, μια φορά κάθε δύο μήνες. Οι κουρείς τού χωριού, δύο στο κάτω χωριό, ο Καρούσης κι ο Μπαρμπέρης, και ένας στο πάνω, ο Αντώνης ο Βουρνούς.

Συνήθως το κούρεμα γίνονταν τις πρώτες βραδινές ώρες, όταν οι κουρείς αγρότες γυρνούσαν από τις αγροτικές εργασίες. Η μουρμούρα τής μητέρας μου συνεχίζεται με την ίδια ένταση. Δικαιολογίες τού τύπου έχω διάβασμα, θα πάω αύριο, δεν πιάνουν   τόπο.   Βλέποντας   ότι   δεν   υπάρχει   άλλη   διέξοδος,

αποφάσισα να πάω στο σπίτι τού Αντώνη τού Βουρνού με βαριά καρδιά.

Η κυρία Ευγενία, αν και δεν άκουγε, καταλάβαινε τα πάντα γύρω της. 'Ενα λουκούμι ή ένα φοινίκι, το κέρασμα της εποχής, έφθανε με το καλησπέρα. Ραντεβού η μητέρα μου δεν μού είχε κλείσει και εγώ, από το σούρουπο, περιμένω τον Μπάρμπα Αντώνη στο σπίτι του, κάνοντας παρέα με την κυρία Ευγενία. 'Εχει έλθει από ώρα και προσπαθεί να τακτοποιήσει τα ζωντανά του. Βλέπεις πρέπει να πάει στον αχερώνα, να πάρει τις ταές και τούς καρπούς, να αρμέξει την αγελάδα και τις κατσίκες. Επιτέλους, νύχτα πια, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο κυρ Αντώνης για να φάει μια μπουκιά φαί και να ξεκουραστεί από την ταλαιπωρία τής ημέρας. Με καλησπερίζει και κάθεται στο τραπέζι. Τρώγοντας συζητάει με την γυναίκα του και μαζί μου για τα τής ημέρας και ότι, τελειώνοντας το φαγητό του, μη μπορώντας ο φουκαράς να κάνει κι αλλιώς, θα με κουρέψει, αν και δεν είχα κλείσει ραντεβού.

Από την στιγμή που μπήκε στο σπίτι, το μάτι μου έπεσε στην μπλούζα που φορούσε. Μια μπλούζα που την φορούσε συνήθως στην δουλειά και που μού ήταν πολύ γνώριμη. 'Ηξερα πολύ καλά κάθε πτυχή της, που για να είμαστε ειλικρινείς όλα αυτά τα χρόνια είχε γίνει εφιάλτης μου. Κάθε φορά που άκουγα την λέξη κούρεμα, για χρόνια το μυαλό μου πήγαινε στον εφιάλτη μου. 'Ενας άσπρος εφιάλτης, φτιαγμένος από μαλλί προβατίνας, με επτά νούμερο βελόνες, από τα χεράκια τής κυρά Ευγενίας, που σε απαλότητα δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει από την συρματόβουρτσα και την ράσπα του παππού μου, που χρησιμοποιούσε στο μαραγκούδικο του. Κάθε φορά που μού έλεγε η μητέρα μου να πάω για κούρεμα μέσα μου  παρακαλούσα


© Φιλοπρόοδος 'Ομιλος Κουρουνίων Χίου,    Κουρούνια, Χίος  -  Kourounia, Chios